lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ακρωτηριάζω

Λεξικό: αγγλικά ακρωτηριάζω
Μεταφράσεις: amputate, excise, ablate, snip
ακρωτηριάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: amputovat, odejmout, odříznout, stříhat, ušmiknout
ακρωτηριάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abnehmen, amputieren, amputierend, abschlagen, abschneiden
ακρωτηριάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: amputere
ακρωτηριάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: amputar, cortar
ακρωτηριάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amputer, couper, échantillonner, repartir, trancher
ακρωτηριάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: amputare
ακρωτηριάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: amputera, avklippa, avsperra, avsperre, nagga
ακρωτηριάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ампутировать, отрезать, отсечь, отхватить
ακρωτηριάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: amputera, avklippa, avskära, avspärra, blockera, nagga
ακρωτηριάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: amputar
ακρωτηριάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: amputować, odciąć
ακρωτηριάζω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ακρωτηριάζω ετυμολογία, ακρωτηριάζω συνώνυμα, ακρωτηριάζω συνώνυμο