lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ακουμπώ

Λεξικό: αγγλικά ακουμπώ
Μεταφράσεις: abut, base, defy, found, ground, jib, kick, lean, rely, repose, resist, rest, stay, withstand, withstood
ακουμπώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: opírat, opřít, podepřít, stavět, zakládat
ακουμπώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anlehnen, fußen, lehnen, stemmen, stützen, widersetzen, widerstehen, widerstreben
ακουμπώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: basere, støtte, vila
ακουμπώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apoyar, apoyarse, arrimar, basar, basarse, contrastar, estribar, fundar, recostar, resistir
ακουμπώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: adosser, appuyer, baser, buter
ακουμπώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: appoggiare, basare, basarsi, fondare, resistere, sostenere
ακουμπώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: basere, lene, vila
ακουμπώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: базировать, опирать, основывать
ακουμπώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: basera, spjärna, stödja, trotsa, vila
ακουμπώ στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: основа
ακουμπώ στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: alapoz, megtámaszkodik, megtámaszt, nekitámaszkodik
ακουμπώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apoiasse, arrimar, contrastar, encostar, fundar, resistir
ακουμπώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: baza
ακουμπώ στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: opierać
ακουμπώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

ακουμπώ συνώνυμα