lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ακαταστασία

Λεξικό: αγγλικά ακαταστασία
Μεταφράσεις: chaos, disorder, huggermugger, hugger-mugger, mess, muddle, muss, shambles, confusion, helter-skelter, welter, crud, derangement, disarray, clutter, cluttering, pell-mell, disturbance, dysfunction, trouble, ado, bedlam, commotion, confound, fuss, havoc, hurry-scurry, lo-do, maze, mix-up, perturbation, row, to-do, turmoil, uproar
ακαταστασία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: binec, nepořádek, zmatek, porucha, záměna, zaměňování, vyrušení, rušení, výtržnost, bouře, hluk, rozruch, shon
ακαταστασία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: chaos, kram, tohuwabohu, unordnung, durcheinander, wirrwarr, störung, aufruhr, trubel, verwechslung, verwirrung
ακαταστασία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forstyrrelse, forvirring, kaos, rør, rot, søl, uorden, virvar, ulage, forfjamskelse, larm, mas, sammenblanding, surre, uro
ακαταστασία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: anarquía, caos, desarreglo, desconcierto, desorden, confusión, desacuerdo, perturbación, tumulto, alboroto, barullo, bochinche, disturbio, enredo, estruendo, jaleo, lío, movimiento, niebla, remolino, revuelta, trastorno, turbación
ακαταστασία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: boucan, chaos, désordre, pagaïe, pagaille, troubles, asynergie, dérangement, désarroi, promiscuité, confusion, dérèglement, anarchie, billebaude, brouillamini, débandade, fouillis, pêle-mêle, remue-ménage, vrac, perturbation, trouble, cafouillage, cafouiller, embrouillement, imbroglio, tohu-bohu, tumulte
ακαταστασία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: baraonda, caos, confusione, disordine, scompiglio, soqquadro, garbuglio, viluppo, perturbazione, casino, mischia, pasticcio, trambusto, tumulto
ακαταστασία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: røra, rot, søl, uorden, virvar, ulage, forstyrrelse, bråk, forfjamselse, larm, mas, sammenblanding, ståhei, surr, uro
ακαταστασία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: беспорядок, ералаш, кавардак, развал, сумбур, непорядок, неурядица, нарушение, беспокойство, замешательство, суматоха, шумиха
ακαταστασία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: oreda, röra, söl, oordning, rubbning, bråk, mas, surr, uppståndelse, villervalla, virvlar
ακαταστασία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: хаос, суматоха
ακαταστασία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kaos, korratus, segiolek
ακαταστασία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: epäjärjestys, kaaos, myllerrys, sekasorto, sotku, häiriö, mylläkkä, hämminki, levottomuus, sekaannus
ακαταστασία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kaos, metež, nered, zbrka
ακαταστασία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felfordulás, káosz, rendetlenség, rumli, összetévesztés, összevissza, zavarás, háborgás
ακαταστασία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: chaosas, netvarka
ακαταστασία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: caos, desajuste, desordem, desorganizais, confusa, confusão, transtorno, desordeno, enredo, movimento, tumulto
ακαταστασία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: haos
ακαταστασία στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безлад, безладдя, замішання, збентеження, згоряння, зіпсувати, зніяковіння, каша, мішанина, нелад, неохайний, неохайність, перекидати, перекидатися, перекинений, перекинути, перекинутися, пригнітити, пригнічувати, псувати, розгардіяш, вивих, злочин, зупинка, неспокій, образа, переривання, порушення, провина, розлад, ворушити, ворушитися, ворушіння, збуджувати, збудити, звивати, звити, кільце, метушня, мотузка, обмотати, обмотка, обмотувати, оборка, розруха, сварка, струс, хвилювання
ακαταστασία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bałagan, bezład, nieporządek, nieład, zaburzenie, zamieszanie
ακαταστασία στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: беспарадак, парушэнне, мітусня
ακαταστασία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: porucha, zmätok
ακαταστασία στα σλοβακική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: rrëmujë
ακαταστασία στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

ακαταστασία ονειροκρίτης, ακαταστασία στο σπίτι, ακαταστασία συνώνυμο, ακαταστασία συνώνυμα, ακαταστασία αγγλικά