lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ακαθόριστος

Λεξικό: αγγλικά ακαθόριστος
Μεταφράσεις: abstract, abstruse, ambiguous, diffuse, diffused, dim, indefinite, indescribable, indistinct, inexplicit, nonpayer, obscure, unclear, vague, vaguest, wishy-washy, blear, bleary, blurry, faint, hazy, inarticulate, nonsolid, oblique
ακαθόριστος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: abstraktní, dvojsmyslný, dvojznačný, mdlý, mlhavý, nejasný, nesrozumitelný, neurčitý, neznámý, obojetný, obskurní, odtažitý, šerý, temný, tmavý, vágní, zmatený, mátožný, neartikulovaný, nepřesný, nezřetelný, rozmazaný
ακαθόριστος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abstrakt, dunkel, unklar, vag, vage, zweideutig, unbestimmt, undeutlich, verschwommen
ακαθόριστος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: abstrakt, dunkel, mørk, rørig, skum, tvetydig, uforståelig, uklar, vag, utydelig
ακαθόριστος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abstracto, abstruso, ambiguo, brumoso, confuso, denso, indistinto, vago, borroso, inarticulado
ακαθόριστος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: abstrait, abstrus, ambigu, amphibologique, amphigourique, confus, faible, fumeux, nébuleux, obscur, vague, vaseux, flou, imprécis, inarticulé, indéfinissable, indistinct, indistincte
ακαθόριστος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ambiguo, astratto, astruso, ermetico, vago, confuso, indistinto
ακαθόριστος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: abstrakt, dunkel, grumlig, matt, mørk, rørig, skum, tvetydig, uforståelig, uklar, vag, usiktbar, utydelig
ακαθόριστος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: неопределенный, неясный, невнятный, нечленораздельный
ακαθόριστος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: abstrakt, grumlig, oklar, otydlig, rörig, sammandrag, skum, tvetydig, ulkar, vag, obestämd, sluddrig
ακαθόριστος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: abstrakt
ακαθόριστος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: невыразны, незразумелы, няпэўны, няясны, хваля
ακαθόριστος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: epämääräinen, epäselvä, hämärä, himmeä, monimerkityksinen, samea, synkkä
ακαθόριστος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nejasan
ακαθόριστος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: borús, elvont, kusza, tétova, zagyva
ακαθόριστος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: abstraktus
ακαθόριστος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abstracto, abstruso, confuso, escuro, indefinido, indeterminado, indistinto, informe, vago, brumoso, inarticulado
ακαθόριστος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: abstract, ambiguu, confuz
ακαθόριστος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: важкозрозумілий, двозначний, мрійливий, напідпитку, невизначений, незрозумілий, неоднозначний, неозначений, неясний, підозрілий, присмерки, прихований, пророчий, пухнастий, тінистий, трансцендентальний, трансцендентний, туманний, хмарний
ακαθόριστος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: niejasny, niewyraźny
ακαθόριστος στα πολωνική »