lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αιχμαλωτίζω

Λεξικό: αγγλικά αιχμαλωτίζω
Μεταφράσεις: captivate, capture, achieve, acquire, afford, attain, conquer, gain, internalize, obtain, score, accomplishment, acquisition, attainment, conquest
αιχμαλωτίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chytit, uchvátit, ukořistit, upoutat, zachytit, zajmout, zaujmout, získat, dobýt, dobývat, dosáhnout, dosahovat, dostat, dostávat, obdržet, vybojovat, získávat, akvizice, chycení, dobytí, dosažení, kořist, koupě, nabytí, opatření, ovládnutí, pořízení, přírůstek, úlovek, výboj, výdobytek, vymoženost, zisk, získání
αιχμαλωτίζω στα τσεχική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anholde, fange, grape, kapre, erobre, få, skaffe, erhvervelse
αιχμαλωτίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: capturar, cautivar, cazar, conquistar, lograr, obtener, sacar, adquisición, captura, conquista, toma
αιχμαλωτίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: captiver, capturer, capter, conquérir, emporte, obtenir, prend, séduire, acquisition, conquête, prise, reprise
αιχμαλωτίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: catturare, acquistare, conquistare, conseguire, guadagnare, ottenere, raggiungere, rimorchiare, acquisto, apprendimento
αιχμαλωτίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anfall, anholde, fakke, fange, fenge, gripe, gripende, kapre, bemektige, beseire, erobre, få, innta, skaffa, skaffe, vinna, vinne, ervervelse
αιχμαλωτίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: поймать, добыть, завоевать, захватить, раздобыть, взятие, завоевание
αιχμαλωτίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anfall, attack, gripande, bemäktiga, ernå, erövra, inhämta, skaffa, vinna, följning
αιχμαλωτίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kap
αιχμαλωτίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: злавіць, атрымоўваць
αιχμαλωτίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: vallata, valloittaa, saada, hankinta, hankkiminen
αιχμαλωτίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: apanhar, capturar, alcançar, conquistar, lograr, sacar, aquisição, captura, conquista
αιχμαλωτίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: впіймати, вуздечка, зарубка, підкупити, піймати, спіймайте, спіймати, виграш, завоювання, загарбання
αιχμαλωτίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pojmać, zdobyć, zdobycie
αιχμαλωτίζω στα πολωνική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufbringen, erlangen, erobern, einnahme, eroberung, errungenschaft, erwerb, erwerbung, fang
αιχμαλωτίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: postići, tekovina
αιχμαλωτίζω στα κροατικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: завоевание
αιχμαλωτίζω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: omandamine
αιχμαλωτίζω στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: meghódítás, vásárlás, vívmány
αιχμαλωτίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: achiziţie
αιχμαλωτίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zisk
αιχμαλωτίζω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

αιχμαλωτίζω συνώνυμο, capture αιχμαλωτίζω