lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αιτία

Λεξικό: αγγλικά αιτία
Μεταφράσεις: cause, complainer, gape-seed, moment, occasion, orator, petitioner, plaintiff, provocation, provoke, reason, causation, source, trigger, wherefore, radix, ration, rationale, right, discretion, reasonableness, sanity, sense, sobriety, brain, brains, intellect, knowing, mind, sagacity, savvied, understanding, wit
αιτία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: důvod, navrhovatel, oprávnění, podnět, pohnutka, popud, právo, pře, příčina, rozum, věc, žadatel, žalobce, pramen, původ, zdroj, zřídlo, dávka, nárok, pravda, pravý, přesný, příděl, přímo, přímý, rovný, rozumný, správný, zdravý, bystrost, chytrost, duch, důvtip, inteligence, mozek, mysl, vtip, vtipnost
αιτία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begründung, beweggrund, grund, kläger, ursache, veranlassung, anlass, quelle, wurzel, anrecht, portion, ration, recht, richtigkeit, klugheit, vernunft, verstand, geist, hirn, intellekt, psyche, sinn
αιτία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anledning, årsag, bevæggrund, foranledning, fornuft, grund, kilde, opkomme, oprindelse, skræl, udspring, korrekt, lige, ret, rette, rettighed, rigtig, forstand, ånd, hjerne, vidde
αιτία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: actor, causa, demandante, motivo, móvil, ocasión, porqué, pretexto, razón, origen, correcto, derecho, etapa, ración, recto, juicio, madurez, seso, cerebro, entendimiento, espíritu, ingenio, mente
αιτία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cause, demandeur, motif, plaignant, raison, requérant, décause, origine, semence, source, considération, droit, du, exact, ration, logique, sagesse, cervelle, entendement, esprit, intelligence, perdre
αιτία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cagione, causa, motivazione, motivo, ragione, fonte, origine, provenienza, sorgente, destro, dritto, esatto, razione, retto, giudizio, senno, cervello, intendimento, mente, spirito
αιτία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: anledning, årsak, beveggrunn, foranledning, høve, opphav, rimelighet, grunn, kilde, oppkomme, skjæl, ranson, rasjon, rett, rettighet, riktig, fornuft, forstand, omdøme, vett, ånd, hjerne, hjørna, hode, vidd
αιτία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жалобщик, истец, повод, причина, верный, порцион, правильный, правота, рацион, резон, благоразумие, разумность, рассудок, разум, ум
αιτία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anledning, orsak, skäl, upphov, grann, ranson, rett, förnuft, forstand, omdöme, reson, åns, förstånd, hjärna, vett
αιτία στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: повод, причина, верен, правилен, ум
αιτία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: выпадак, зачэпка, ісцец, нагода, прычына, рацыён, асцярожнасць, разважнасць, разумнасць
αιτία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: põhjus, aru
αιτία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aihe, aiheuttaja, asia, asianomistaja, järjellisyys, järki, kantaja, peruste, syy, annos, oikea, oikeanpuolinen, oikeutus, järkevyys, aivo, äly, henki, mieli
αιτία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felperes, indíték, ok, helyes, jobb, jog, értelem, ésszerűség, ész, elme, intelligencia, megértés, szellemesség
αιτία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: motyvas, priežastis, teisė, teisingas, tikslus, tinkamas, protas
αιτία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: demandante, motivo, móvel, pretexto, razão, causa, afinado, certo, correcto, dieta, direito, etapa, jus, recto, porquê, cérebro, espírito, mente
αιτία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: vzrok
αιτία στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: випадок, обвинувач, повід, позивач, претендент, привід, причина, батько, весна, джерело, засада, корінь, криниця, прикути, принцип, пружина, родитель, стрибати, стрибнути, тваринник, порції, раціон, завбачливість, обачність, обережність, поліс, політика, раціональність, розважливість, розсуд, розсудливість, розумність, інтелект, розвідка, розум, у, ум
αιτία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: powód, przyczyna, racja, rozsądek, rozum
αιτία στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zmysel
αιτία στα σλοβακική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tru
αιτία στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pamet
αιτία στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: creier
αιτία στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

αιτία ελομένου θεός αναίτιος, αιτία ανεργίας, αιτία συνώνυμα, αιτία και αιτιατό, αιτία πολέμου, αιτία english, αιτία και συνέπειες της οργανωσιακής δέσμευσης, αιτία ρατσισμού, αιτία αιτιατό, αιτία της ανεργίας