lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αερίζω

Λεξικό: αγγλικά αερίζω
Μεταφράσεις: air, borehole, ventilate, aerate, aerating, scent
αερίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: provětrat, ventilovat, větrat, vyvětrat, provzdušnit, čichat, větřit, vyčenichat, zvětřit
αερίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: lüften, ventilieren, ausgelüftet, riechen, wittern
αερίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: airear, ventilar, husmear, olfatear, orear
αερίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aérer, éventer, donner, ventiler, flairer, halener
αερίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aerare, arieggiare, ventilare, annusare, fiutare
αερίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вентилировать, проветривать, проветрить
αερίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: vädra, ventilera, lufta
αερίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вентыліраваць, праветрываць
αερίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tuulettaa, haistaa, vainuta
αερίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: arejar, ventilar, humor, olhadelas, ornear
αερίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вентилювати, вентилюйте, провентилювати, провітріть, вітер, завести, заводити, підсолодіть, провітрювати
αερίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przewietrzać, przewietrzyć, wietrzyć
αερίζω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: lufte, være, vira
αερίζω στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lufta, lufte, væra, være
αερίζω στα νορβηγικά »