lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αδύναμος

Λεξικό: αγγλικά αδύναμος
Μεταφράσεις: attackable, dismal, effete, enervate, faint, feckless, feeble, flimsy, frail, infirm, invalid, lame, limp, low, nerveless, outsider, pale, poor, sappy, shaky, shy, slack, slim, thin, unmanly, vulnerability, wan, weak, delicate, fragile, scant, wispy
αδύναμος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezmocný, bezvýrazný, chabý, chatrný, churavý, křehký, lámavý, mdlý, měkký, mírný, neduživý, nenapjatý, nesmělý, ochablý, schlíplý, skrovný, slabošský, slabý, ubohý, útlý, zplihlý, choulostivý, delikátní, jemný, lomivý, slaboučký, sporý
αδύναμος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: blass, flau, gebrechlich, kraftlos, matt, schwach, zart, brüchig, fein, heikel, hinfällig, schmächtig, schwächlich, zerbrechlich, zierlich
αδύναμος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blød, dårlig, indisponeret, kløen, magtesløs, ømtålig, sårbar, sart, skral, skrøbelig, svag, tander, uoplagt, vanskelig, delikat, fin, lækker, skør, vrik
αδύναμος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: débil, deleznable, endeble, escaso, exangüe, flojo, frágil, quebradizo, tímido, delicado, flaco
αδύναμος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: atone, chétif, débile, faible, flasque, fragile, frêle, infirme, mou, veule, vulnérable, délicat, fluet, grêle, mièvre
αδύναμος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: debole, fiacco, fievole, fioco, floscio, fragile, gracile, infermo, labile, scarso, cagionevole, delicato, esile, tenue
αδύναμος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avfeldig, dårlig, indisponert, klen, lett, løy, maktesløs, matt, ømtålig, orkesløs, sårbar, skjør, skral, skrøpelig, slapp, svag, svak, tander, uopplagt, veik, vek, delikat, sart, tynn
αδύναμος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вялый, немощный, слабый, ломкий, нежный, непрочный, тонкий, хил, хилый, хрупкий
αδύναμος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: klen, lett, matt, ömtålig, orkeslös, sårbar, skral, slapp, svag, vek
αδύναμος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: слаб
αδύναμος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: невялікі, слабы, кволы
αδύναμος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nõrk, delikaatne, habras, õrn
αδύναμος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hatara, heikko, hento, hintelä, huono, kehno, laimea, löysä, matala, veltto, hauras, särkyvä, vieno
αδύναμος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beteges, erélytelen, erőtlen, gyenge, lanyha, petyhüdt, puha
αδύναμος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: menkas, silpnas, gležnas, keblus, subtilus, švelnus, trapus
αδύναμος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: débil, descaso, fraco, frágil, laxo, raquítico, tímido, achacoso, delicado, enchente, fino, grácil, meigo, mimoso, quebradiço
αδύναμος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: slab
αδύναμος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: slabý
αδύναμος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анемічний, безвільний, безхарактерний, блідий, брутальний, ввічливий, вередливий, витончений, вишуканий, віддалений, відлюдний, вогник, гнилий, гнучкий, далекий, делікатний, доладний, запалити, запалювати, засвітити, зблідлий, звідник, значити, знижений, кволий, крихкий, кульгавість, кульгати, лагідний, ламкий, легкий, невеликий, невиразний, невисокий, недостатній, неправомірний, неродючий, нестійкий, низький, низько, низько-ключовий, ніжний, нікчемний, означати, омана, освітити, підлий, прогнилий, пропозиція, рідкий, розбещений, розпущений, розхитаний, світлий, світло, середина, середній, слабий, слабкий, стрункий, тендітний, тихий, тонкий, трухлий, трухлявий, тьмяний, уповільнений, фокус, хитрість, хитрощі, шкутильгати, незначний, некомпетентний, хирний
αδύναμος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: słaby, wątły
αδύναμος στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: slab
αδύναμος στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

αδύναμος συνώνυμα, αδύναμος χαρακτήρας, αδύναμοσ κρίκοσ, αδύνατος τύπος προσωπικής αντωνυμίας, αδύναμος οργανισμός, αδύναμος κρίκος μουτσινάς, αδύναμος αδύνατος, αδύνατος συνώνυμο, αδύναμος άνθρωπος, αδύναμος βικιλεξικο