lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αδυναμία

Λεξικό: αγγλικά αδυναμία
Μεταφράσεις: debility, deficiency, faintness, flabbiness, flaccidity, flaccidness, frailty, infirmity, leanness, limpness, partiality, slightness, weakness, foible
αδυναμία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chabost, chyba, debilita, křehkost, mdloba, nedostatek, neduživost, slabina, slabost, slabůstka, vada
αδυναμία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: manko, mattigkeit, ohnmacht, schwäche, schwachheit
αδυναμία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: mangel
αδυναμία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: debilidad, deficiencia, delicadez, delicadeza, descaecimiento, desmayo, falta, flaqueza, flojedad, limitación
αδυναμία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: débilité, défaut, délicatesse, infirmité, vulnérabilité, faible, faiblesse
αδυναμία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: debolezza, difetto, fiacchezza, debole
αδυναμία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avmakt, svakhet
αδυναμία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: недостаток, немощь, слабость
αδυναμία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: svaghet
αδυναμία στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dobësi
αδυναμία στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: слабасць
αδυναμία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: nõrkus, nõtrus
αδυναμία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: haitta, heikkous, puute
αδυναμία στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gyengeség
αδυναμία στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: carência, deficiência, desfalecimento, falta, languidez, latitude
αδυναμία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: defect, lipsă, slăbiciune
αδυναμία στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: slabosť
αδυναμία στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безсилля, вада, водянистість, кволість, крихкість, розрідженість, розслаблення, слабість, слабкість, убогість
αδυναμία στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: słabość, słabostka
αδυναμία στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αδυναμία σύνδεσης με τον πραγματικό ιστότοπο www.google.gr, αδυναμία συγκέντρωσης, αδυναμία σύνδεσης με τον πραγματικό ιστότοπο, αδυναμία αρχικοποίησης του συστατικού ασφάλειας της εφαρμογής, αδυναμία στα χέρια, αδυναμία παράδοσης - παραμονή με συνεννόηση, αδυναμία μου μεγάλη, αδυναμία μου μεγάλη στίχοι, αδυναμία πληρωμής δανείου, αδυναμία παράδοσης - απών σημείωμα