lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αδιάκριτος

Λεξικό: αγγλικά αδιάκριτος
Μεταφράσεις: curious, inquisitive, interesting, quaint, busybody, meddlesome, meddling, nosy
αδιάκριτος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: interesantní, kuriózní, poutavý, všetečný, zajímavý, zvědavec, zvědavý, zvláštní
αδιάκριτος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gespannt, interessant, kurios, neugierig, schaulustig, vorwitzig, wissbegierig, naseweis, vorlaut, vorwiegend
αδιάκριτος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: interessant, nyfigen, nysgerrig, spelt
αδιάκριτος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: curioso, interesante, mirón, cotilla, indiscreto, oficioso
αδιάκριτος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attachant, curieux, intéressant, touche-à-tout
αδιάκριτος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ansioso, curioso, interessante
αδιάκριτος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: interessant, nyfiken, nysgjerrig, spennende, spent
αδιάκριτος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: занимателен, занимательный, интересный, любознателен, любознательный, любопытен, любопытный, юркий
αδιάκριτος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: intressant, nyfiken, sevärd, beskäftig
αδιάκριτος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kureshtar
αδιάκριτος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дапытлівы, зацікаўлены, цікавы, цікаўны
αδιάκριτος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: huvitav, uudishimulik
αδιάκριτος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erikoinen, kiinnostava, kummallinen, merkillinen
αδιάκριτος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: znatiželjan
αδιάκριτος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érdekes, kíváncsi
αδιάκριτος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: įdomus, smalsus
αδιάκριτος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: curioso, interessante, intrigante, notável, peculiar, singular
αδιάκριτος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: важіль, дивний, допитливий, живий, житловий, життя, зацікавлений, інтересний, носатий, підглядати, піддивлятися, смачний, цікавий, чіткий, чудний
αδιάκριτος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ciekawy, wścibski
αδιάκριτος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αδιάκριτος συνώνυμο, αδιάκριτοσ english, αδιάκριτος στα αγγλικά, αδιάκριτος μετάφραση, αδιάκριτος αγγλικά