lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αδέξιος

Λεξικό: αγγλικά αδέξιος
Μεταφράσεις: awkward, ham-fisted, incapable, unwieldy, clumsy, gawky, ham-handed, hulking, maladroit, oafish, stick-in-the-mud, ungainly, bluff, heavy-handed, shapeless, uncouth, ungraceful, unhandy, unhappily, fisted, gauche, nonghosted, tight-fisted, unskilful
αδέξιος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nemotorný, neobratný, neohrabaný, nešikovný, levý, nejapný, nevzhledný
αδέξιος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: eckig, linkisch, täppisch, unbeholfen, ungefüge, ungeschickt, plump
αδέξιος στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: torpe, chambón, inhábil, desproporcionado, disforme
αδέξιος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: gauche, maladroit, inepte, malitorne, disgracieux, godiche, inhabile, malbâti, manchot, malhabile
αδέξιος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: goffo, impacciato, maldestro, sgraziato, incapace, inetto
αδέξιος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: klosset, klumpig, tafatt, drumlig, keitet, uhåndterlig
αδέξιος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: неловкий, неуклюжий
αδέξιος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avig, klumpig, tafatt, drumlig, otymplig, oskicklig
αδέξιος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: лево, нязграбны, няскладны, няспрытны, няўмелы
αδέξιος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tökerö, kömpelö
αδέξιος στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desajeitado, desastrado, torpe, incómodo
αδέξιος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: stângaci
αδέξιος στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: nieporadny, niezdarny, niezgrabny, niezręczny
αδέξιος στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: neohrabaný
αδέξιος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вайлуватий, деспотичний, кутова, кутове, кутовий, наріжний, невмілий, недотепний, незграбний, незугарний, неспокійний, неспритний, ніяковий
αδέξιος στα ουκρανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: klodset, kejtet, uhåndterlig
αδέξιος στα δανική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: esetlen, félszeg, ügyetlen, balkezes
αδέξιος στα ουγγρική »

Σχετικές λέξεις

αδέξιος συνώνυμα, αδέξιοσ εραστήσ, αδέξιος δεξιός, αδέξιος εραστής 1985, αδέξιος συνώνυμο