lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγόρι

Λεξικό: αγγλικά αγόρι
Μεταφράσεις: boy, boyfriend, date, gossoon, jack, lad, youngster, youth, small
αγόρι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chlap, chlapec, děcko, hoch, kluk, mládenec, drobný, malý, nepatrný, slabý
αγόρι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bube, bursche, junge, knabe, bub, stift
αγόρι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dreng, fyr, kar, tjener, liften, lille
αγόρι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: chaval, chico, chiquillo, joven, muchacho, menudo, pequeño
αγόρι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: gamin, garçon, gars, gosse, galopin, mousse, petit, saute-ruisseau, trottin
αγόρι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: garzone, giovane, ragazzo, fanciullo, maschio, minuto, piccino, piccolo
αγόρι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fyr, gutt, kar, liten
αγόρι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: мальчик, мальчишка, парень, маленький, небольшой, ничтожный, паренек, паренёк, парубок, хлопец
αγόρι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: gutt, gosse, pojke
αγόρι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: djalë, djalosh, vogël
αγόρι στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: момче
αγόρι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: хлапчук, хлопец, хлопчык, гарох, маленький
αγόρι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: poiss, väike
αγόρι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: poika, pieni
αγόρι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dečko, dječak, mali
αγόρι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fiú, kisfiú, legény
αγόρι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: berniukas
αγόρι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: mancebo, menino, murchando, rapaz, pequeno
αγόρι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: fant, majhen
αγόρι στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: chlapec
αγόρι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: джек, джокер, леґінь, парубок, співробітник, товариш, хлопець, хлопчик, юнак
αγόρι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chłopak, chłopiec
αγόρι στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αγόρι ή κορίτσι, αγόρι μου, αγόρι μου στίχοι, αγόρι μου μελίνα κανά, αγόρι μου τζένη βάνου στίχοι, αγόρι μου τζένη βάνου, αγόρι ή κορίτσι εγκυμοσύνη, αγόρι ονειροκρίτης, αγόρι μου να σε χαρώ, αγόρι ή κορίτσι κινέζικο ημερολόγιο