lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγρότης

Λεξικό: αγγλικά αγρότης
Μεταφράσεις: chuff, farmer, fellow, kern, peasant, serf, boss, entertainer, host, husbandman, landlord, master, steward, agriculturist, cropper, tiller
αγρότης στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chlapík, rolnický, rolník, sedlák, venkovan, venkovský, domácí, farmář, hospodář, hostitel, mistr, pachtýř, pán, statkář, velitel, vládce, zaměstnavatel, pěstitel, zemědělec
αγρότης στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bauer, kerl, landwirt, gastgeber, gebieter, herr, meister, wirt, ökonom, landmann
αγρότης στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bonde, kar, landmand, herre, hersker, husbond, mester, vært, vort
αγρότης στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agricultor, campesino, granjero, paisano, amo, anfitrión, casero, dueño, huésped, maestro, ranchero, chacarero, labrador
αγρότης στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: gaillard, manant, paysan, vilain, bourgeois, commissaire, cultivateur, école, fermier, hôte, maître, propriétaire, agriculteur, agricultrice
αγρότης στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: contadino, fattore, maestro, ospitante, ospite, padrone, agricoltore
αγρότης στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bonde, kar, herre, husbond, mester, verd, vert, jordbruker
αγρότης στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: детина, крестьянин, мужик, поселянин, господин, земледелец, землепашец, мастер, аграрник
αγρότης στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bonde, kar, värd, jordbrukare, lantbrukare
αγρότης στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: земеделец, фермер
αγρότης στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: мужчына, мужык, селянін, земляроб
αγρότης στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: farmer, talunik, talupoeg, põllumees, võõrustaja
αγρότης στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: maalainen, talonpoika, farmari, isäntä, kasvattaja, maanviljelijä, mestari
αγρότης στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ratar, gazda, gospodar, poljoprivrednik
αγρότης στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: jobbágy, gazda, gazdálkodó, házigazda, háziúr, földműves
αγρότης στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: fermeris, ūkininkas, žemdirbys, meistras, ponaitis, ponas, savininkas, šeimininkas, valdovas
αγρότης στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agricultor, campesino, camponês, fazendeiro, granjeio, amo, anfitrião, anfitriãs, arrendatário, dono, maestro, mestre, mesure, patrão, senhor
αγρότης στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: співвітчизник, землероб, хлібороб
αγρότης στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chłop, gazda, gospodarz, rolnik, włościanin
αγρότης στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bujk, pronar
αγρότης στα αλβανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: fermier
αγρότης στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

αγρότης ειδικού καθεστώτος, αγρότης της χρονιάς, αγρότης από τη σπάρτη «λύνει την εξίσωση» της φορολογίας των αγροτών, αγρότης σπιτι σου, αγρότης γεωργός, αγρότης από την καλαμάτα παίζει το γνωστό σε όλους παιχνίδι angry birds, αγρότης υπερχρεωμένα, αγρότης μόνος ψάχνει, αγρότης έχτισε σπίτι δαπανώντας μόνο 125 ευρώ, αγρότης κανονικού καθεστώτος