lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγρόκτημα

Λεξικό: αγγλικά αγρόκτημα
Μεταφράσεις: farm, hacienda, homestead, household, ranch, corral, croft, farmhouse, farmstead, fold, pen, stockyard
αγρόκτημα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: farma, hospodářství, statek, domácnost, dům, dvůr, rodina, usedlost, dvorec, ohrada, záhumenek
αγρόκτημα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bauernhof, farm, gehöft, haushalt, haushaltung, wirtschaft, hof
αγρόκτημα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: farm, gård, bondegård, brusk
αγρόκτημα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: chacra, cortijo, estancia, granja, rancho, casa, finca, hacienda, cercado, corral, majada
αγρόκτημα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ferme, économie, exploitation, ménage, propriété, closeau, closerie, enclos, parc
αγρόκτημα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fattoria, podere, cascina, famiglia
αγρόκτημα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: farm, gård, bondegård, meieri, bruk, gjerde, kve
αγρόκτημα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ферма, хозяйство, двор, загон, стойло
αγρόκτημα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: farm, bondegård, bruk, gård
αγρόκτημα στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: ферма, домакинство
αγρόκτημα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: farmi, maatalo, tila, huonekunta, maatila, talous, tarha
αγρόκτημα στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ferma, ūkis
αγρόκτημα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: granja, chacina, estancia, fazenda, finca, redil
αγρόκτημα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: fermă
αγρόκτημα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: kmetija
αγρόκτημα στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: farma
αγρόκτημα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ферма, вигін, двір, загін, загорода, згинати, зігнути, койка, кошара, складати, складка, скласти, фунт, ярд
αγρόκτημα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ferma, gospodarstwo, zagroda
αγρόκτημα στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gazdaság, major, toll
αγρόκτημα στα ουγγρική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: агароджа, загарадзь, загон
αγρόκτημα στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

αγρόκτημα αντωνόπουλου, αγρόκτημα τιθορέα, αγρόκτημα οφιτεία, αγρόκτημα μελεαγρίς, αγρόκτημα αμφίκαια, αγρόκτημα απθ, αγρόκτημα καψάλη, αγρόκτημα λεωνίδιο, αγρόκτημα κόκκινος ακρίτας κιλκίς, αγρόκτημα βελεστίνου