lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγροτικός

Λεξικό: αγγλικά αγροτικός
Μεταφράσεις: countrified, farm, rural, rustic
αγροτικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: drsný, neohrabaný, rustikální, selský, venkovan, venkovský, vesnický
αγροτικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bäuerlich, ländlich
αγροτικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bondsk, landlig
αγροτικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aldeano, campesino, campestre, rural, rústico
αγροτικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agreste, bastide, campagnard, chalet, champêtre, contadin, cottage, guinguette, magister, manse, mas, ménétrier, rural, rustique, vicinal, villageois, violoneux
αγροτικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: campagnolo, campestre, paesano, rurale, rusticano, rustico
αγροτικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bondsk, landlig, rustikk
αγροτικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: деревенский, сельский
αγροτικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bondsk, landlig, lantlig
αγροτικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вясковы, сельский, сельскі
αγροτικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: maalainen
αγροτικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: parasztos
αγροτικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agreste, campesino, campestre, cateto, rural, rústico
αγροτικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: буколічний, земельний, кріпак, селянин, сільський
αγροτικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wiejski
αγροτικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αγροτικός αστέρας, αγροτικός συνεταιρισμός, αγροτικός κώδικας, αγροτικός συνεταιρισμός ταξιάρχη, αγροτικός οίκος σπύρου, αγροτικός συνεταιρισμός ροβιών, αγροτικός πληθυσμός ελλάδας, αγροτικός συνεταιρισμός νάουσας, αγροτικός αστέρας αεκ live, αγροτικός τύπος