lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγοραστής

Λεξικό: αγγλικά αγοραστής
Μεταφράσεις: businessman, buyer, chandler, dealer, merchant, storekeeper, trader, tradesman, acquirer, customer, procurer, purchaser, vendee
αγοραστής στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kupec, kupující, nákupčí, obchodní, obchodník, velkoobchodník, odběratel, zákazník
αγοραστής στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: händler, käufer, kaufmann, einkäufer, erwerber, kunde
αγοραστής στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: grosserer, købmand, kolonialhandler, kunde
αγοραστής στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cliente, comerciante, comprador, mercader, negociante, traficante, tratante
αγοραστής στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acheteur, commerçant, débitant, marchand, négociant, acquéreur, adjudicataire, command, preneur
αγοραστής στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bottegaio, commerciante, compratore, mercante, mercantile, negoziante, acquirente
αγοραστής στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: handelsreisende, kjøpmann, kolonialhandler
αγοραστής στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: покупатель, торговец, покупщик
αγοραστής στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: affärsman, avnämare, inköpare, köpare, kund
αγοραστής στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: biznesmen, tregtar
αγοραστής στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: купец, пакупец, пакупнік
αγοραστής στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kaupmees, ostja, klient
αγοραστής στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kauppias, liikemies, ostaja
αγοραστής στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kupac, trgovac
αγοραστής στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kereskedő, üzletember, intézvényes
αγοραστής στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pirkėjas, pirklys, prekiautojas, klientas
αγοραστής στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cliente, comerciante, comprador, freguês, negociante, traficante, tratante
αγοραστής στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cumpărător, negustor, client
αγοραστής στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: замовник, комерсант, купець, одержувач, покупець, торговець
αγοραστής στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kupiec, nabywca
αγοραστής στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αγοραστής υπηρεσιών υγείας, αγοραστής 902, αγοραστής τέζα, αγοραστής του 902, αγοραστής αγγλικά, αγοραστής στα αγγλικά, η αγοραστής, προσωπικός αγοραστής