lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγενής

Λεξικό: αγγλικά αγενής
Μεταφράσεις: boorish, churlish, coarse, ill-bred, obscene, rough, roughed, rude, uncivil, bad, discourteous, imp, impolite, misbehave, mischievous, naughty, no-good, ungracious, unkind, coarsened, offensive, ornery, raffish, scurrilous, vulgar, basic, crude, earthy, lowbrow, primitive, primordial, uncivilized
αγενής στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: drsný, drzý, hrubiánský, hrubý, kostrbatý, neomalený, neotesaný, neurvalý, nezpůsobný, prudký, náhlý, nepřívětivý, nezdvořilý, lidový, obyčejný, surový, všední, vulgární, nevychovaný, venkovský, nezpracovaný, primitiv, primitivní, prvobytný, prvotní, původní
αγενής στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: derb, flegelhaft, gemein, grob, rau, roh, rücksichtslos, unartig, ungezogen, unhöflich, ordinär, rüde, primitiv
αγενής στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: barsk, grov, kulen, løselig, plump, rå, slem, tromlet, uartig, uhøflig, simpel, vulgær, primitiv
αγενής στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: áspero, basto, bronco, grosero, incivil, rudo, cachorro, desatento, descomedido, desconsiderado, descortés, impolítico, chabacano, ordinario, trivial, vulgar, bruto, zafio, primitivo
αγενής στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brutal, grossier, impertinent, impur, malotru, rude, rustre, traits, brusque, désobligeant, discourtois, impoli, incivil, malgracieux, peu, brut, canaille, rosse, vulgaire, poissard, populacier, rustique, simpliste, travaux, grossi, primitif, style
αγενής στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aspro, grossolano, incivile, rude, sguaiato, villano, zotico, cattivo, maleducato, scortese, sgarbato, greggio, grezzo, rozzo, ruvido, volgare, barbaro, primitivo
αγενής στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: barsk, grov, hardhendt, knagglig, kulen, plump, rå, slem, stygg, trollet, uartig, uhøflig, simpel, tarvlig, vulgær, primitiv
αγενής στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: грубый, невоспитанный, невежливый, пошловатый, примитивен, примитивный
αγενής στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hårdhänt, knagglig, kulen, ojämn, ouppfostrad, plump, rå, sträv, grov, oartig, stygg, trollet, simpel, tarvlig, vulgär, primitiv
αγενής στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гаматны, грубы
αγενής στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jämedakoeline, kare
αγενής στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ankara, jylhä, kolea, raaka, alkeellinen, alkukantainen
αγενής στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: grub, surov, vulgaran
αγενής στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: goromba, udvariatlan, faragatlan, otromba, vulgáris, kezdetleges, mosatlan, primitív
αγενής στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apytikris, grubus, šiurkštus
αγενής στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agreste, áspero, bárbaro, basto, bronco, cru, grosseiro, incidis, rampinha, rude, tosco, rodo, trivial, urde, vulgar, bordo, safio, primitivo
αγενής στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: brutal
αγενής στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hrubý, vulgárny
αγενής στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бідний, брутальний, важкий, вайлуватий, варварський, ведмежий, ведмідь, витримати, витримувати, вишикувати, вишикуватися, вузлуватий, грубий, грубіян, грубо-і-готовий, грубуватий, дикий, жорсткий, жорстокий, звання, земний, знижений, категорія, клас, класифікувати, клоунський, крупнозернистий, кудлатий, масивний, міцний, неввічливий, невеликий, невисокий, невихований, недостатній, незакінчений, незграбний, неласкавий, необроблений, неочищений, непородистий, непристойний, нерівний, нести, нестиглий, низький, низько, носити, образливий, оцінити, оцінювати, перенести, переносити, підлий, потворний, ранг, різкий, розряд, ряд, сердитий, сирий, слабкий, спекулянт, ступінь, суворий, терпкий, тихий, тяжкий, уривчастий, уродити, хриплий, чин, шерехатий, шершавий, шикувати, шикуватися, шорсткий, щетинистий, язичницький, роговий, родити
αγενής στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: grubiański, niegrzeczny, ordynarny, prostacki, prymitywny
αγενής στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αγενής αναπαραγωγή, αγενής πολλαπλασιασμός, αγενής συνώνυμα, αγενής συνώνυμο, αγενής πολλαπλασιασμός μυκήτων, αγενήσ αγγειακή δυστονία, αγενής στα γαλλικά, αγενής συμπεριφορά, αγενήσ μετάφραση, αγενής αγγλικα