lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγγελιοφόρος

Λεξικό: αγγλικά αγγελιοφόρος
Μεταφράσεις: bishop, courier, errand-boy, messenger, newsboy, page, runner, carrier, gofer
αγγελιοφόρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kurýr, posel, dopravce
αγγελιοφόρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausläufer, bote, botschafter, eilbote, kurier, läufer
αγγελιοφόρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bud, budbringer, ilbud, kurer, sendebud
αγγελιοφόρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alfil, botones, correo, estafeta, mensajero, recadero, enviado, propio
αγγελιοφόρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: avant-courrier, chasseresse, commissionnaire, courrier, coursier, coursière, estafette, livreur, messager, saute-ruisseau, trottin
αγγελιοφόρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: corriere, fattorino, messaggero
αγγελιοφόρος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: budbringer, ilbud, kurer, løper, bud, sendebud
αγγελιοφόρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вестник, гонец, курьер, нарочный, посыльный, посланец
αγγελιοφόρος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ilbud, kurer, löpare, budbärare, sändebud
αγγελιοφόρος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ганец, пасланец
αγγελιοφόρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: juoksija, kuriiri, lähetti, sanansaattaja, tuoja
αγγελιοφόρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dostavljač
αγγελιοφόρος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: futár, futó, küldönc
αγγελιοφόρος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: pasiuntinys
αγγελιοφόρος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estafeta, mensageiro
αγγελιοφόρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бігун, відправити, гонець, естафета, носій, посада, посилати, посланець, пост, пошта, поштовий, розклеїти, розклеювати, стовп, щогла, посланник, посол
αγγελιοφόρος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: goniec, posłaniec
αγγελιοφόρος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αγγελιοφόρος μικρές αγγελίες, αγγελιοφόρος ή αγγελιαφόρος, αγγελιοφόρος εφημερίδα, αγγελιοφόρος κυριακής, αγγελιοφόρος θέσεις εργασίας, αγγελιοφόρος αγγελίες, αγγελιοφόρος διεύθυνση, αγγελιοφόρος εφημερίδα θεσσαλονίκη, αγγελιοφόρος του κινήματος των αμεα, αγγελιοφόρος εργασίας