lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγγαρεία

Λεξικό: αγγλικά αγγαρεία
Μεταφράσεις: drudgery, serfdom, chore, crochet, job, labour, making
αγγαρεία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dřina, lopota, nevolnictví, otročina, poddanství, poroba, robota, dělání, povinnost, práce, úloha, zaměstnání
αγγαρεία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fron, fronarbeit, frondienst, knechtschaft, leibeigenschaft, arbeit, aufgabe, beruf, beschäftigung, hausarbeit, job
αγγαρεία στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: vasallaje, curro, factura, faena, ocupación, tarea, trabajo
αγγαρεία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: corvéable, corvée, servage, besogne, boulot, façon, labeur, maçonnerie, minage, oeuvre, ouvrage, tâche, travail
αγγαρεία στα γαλλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: барщина, задание, работа
αγγαρεία στα ρωσικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: rabszolgamunka, dolog, munka
αγγαρεία στα ουγγρική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pańszczyzna, robota
αγγαρεία στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: arbejde, job, opgave, sysle
αγγαρεία στα δανική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fattura, lavoro, mansione, travaglio
αγγαρεία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arbeid, gjøremål, sysla
αγγαρεία στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: göra, göromål, syssla
αγγαρεία στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: punë
αγγαρεία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: работа
αγγαρεία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: amet, töö
αγγαρεία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: askare, toimi, työ
αγγαρεία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: posao
αγγαρεία στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: darbas, profesija, tarnyba, užduotis
αγγαρεία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: tarefa, trabalho
αγγαρεία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: služba
αγγαρεία στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

αγγαρεία καταδικων, αγγαρεία κάνω ποινήν εκτίω, αγγαρεία ετυμολογία, αγγαρεία συνώνυμο, αγγαρεία english, αγγαρεία λεξικό, αγγαρεία στα αγγλικα