lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγγίζω

Λεξικό: αγγλικά αγγίζω
Μεταφράσεις: dab, knock, stricken, touch, feel, feeling, afflict, handle, reach, bestir, budge, disturb, move, rush, stir, tamper, wag, strike, tick
αγγίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aut, dojmout, dotek, dotknutí, dotyk, hmat, klávesa, kontakt, ohmatání, rána, spojení, styk, úder, úhoz, zasáhnout, cit, omak, hmatat, ohmatat, ohmatávat, sahat, bouřit, hnout, hýbat, kolébat, kývat, mávat, míchat, pohánět, pohnout, pohybovat, rozkývat, vrtět, zamíchat, klíště
αγγίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: berührung, gefühlssinn, tastsinn, anfassen, anfühlen, angreifen, anrühren, antasten, begreifen, berühren, fühlen, tasten, tippen, ablaufen, bewegen, gerührt, duzen, rühren, ticken
αγγίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: berøre, berøring, følelse, føling, beføle, røre, bevæge, flytte, rørelse, tikke
αγγίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: tacto, tocar, toque, tiento, conmover, palpar, pulsar, rozar, tentar, arrancar, mover, moverse, remover, garrapata, tutear
αγγίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: atteinte, attouchement, contact, dot, touche, toucher, tact, attoucher, émouvoir, friser, palper, tâter, tâtonner, agiter, bouger, branler, mouvoir, part, remue, remuer, tique, tutoyer
αγγίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: colpire, contatto, tastare, toccare, tocco, tatto, dimenare, mescolare, muovere, muoversi, zecca
αγγίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: berøring, snev, følelse, føling, beføle, berøre, klå, røre, vindrøra, bevege, dra, rørelse, flått, tikke
αγγίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: касание, прикосновение, трогать, двигать, сдвигать
αγγίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beröring, fölelse, klå, tangera, vidröra, dra, rörelse, knäppa
αγγίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дачыненне, пхаць, соваць, соўгаць, цягнуць, штурхаць
αγγίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kajota, koskea, kosketus, liikuttaa, koetella, hämmentää, hievahtaa, punkki, puutiainen
αγγίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érintés, tapintás, érint, megmozgat, mozdítani, érinteni, kullancs
αγγίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: contacto, tacto, tocar, toque, apalpar, palpar, tentar, abalar, agitar, comover, emocionar, menear, mexer, mover, mudar, remover, vacilar
αγγίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дотик, знавець, мазок, особливість, плямка, ворушити, ворушитися, ворушіння, двигати, заохочувати, збуджувати, збудити, посувати, просувати, рухайте, рухати, стимулювати, схиляти
αγγίζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dotknięcie, dotyk, dotykać, ruszać, tykać
αγγίζω στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: prek, lëviz
αγγίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ganuti, micati
αγγίζω στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: judėti, judinti, erkė
αγγίζω στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

αγγίζω συνώνυμα, αγγίζω παιγνιοθεραπεία, αγγίζω ετυμολογία, αγγίζω συνώνυμο, αγγίζω και νιώθω, αγγίζω στα αγγλικά, αγγίζω αγγλικά, αγγίζω το ξυράφι λίγο λίγο στάζει αίμα και μου φαίνεται αστείο, σε αγγίζω