lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγαπητός

Λεξικό: αγγλικά αγαπητός
Μεταφράσεις: beloved, dear, expensive, pricey, pricy, valued, affective, baby, darling, honey, lovemaking, love-making, loving, sweetheart, costly, agreeable, amiable, bland, boon, comely, complaisant, cosy, custard, engaging, enjoyable, genial, gentle, good, goodly, kind, likable, likeable, lovable, lovely, mellow, mild, neat, nice, pleasant, pleasing, pleasurable, prepossessing, snug, sweet, yam
αγαπητός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: cenný, draho, drahoušek, drahý, draze, miláček, milovaný, milý, nákladný, vzácný, drahocenný, dobrý, hodný, jemný, lahodný, laskavý, líbezný, líbivý, libý, mírný, něžný, ochotný, pěkný, povlovný, přátelský, příjemný, přívětivý, půvabný, roztomilý, sladký, slušný, sympatický, úslužný, veselý, vlídný, zábavný
αγαπητός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufwändig, aufwendig, geliebt, kostspielig, lieb, lieber, teuer, wert, liebchen, liebling, kostbar, angenehm, ansprechend, behaglich, freundlich, gefällig, gemütlich, heimlich, herzig, hold, liebenswert, liebenswürdig, nett, süß, traulich, traut, willkommen
αγαπητός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dyr, dyrebar, elskelig, kær, kære, kostbar, rar, værdifuld, elskling, yndling, behagelig, blid, dejlig, elskværdig, fin, flink, fortryllende, god, hyggelig, liflig, mild, nydelig, pen, sød, sort, venlig, yndig
αγαπητός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: caro, costoso, dispendioso, querido, amor, cariño, afable, agradable, amable, ameno, bondadoso, bonito, cariñoso, dulce, gentil, grato, gustoso, majo, placentero, simpático, suave, tratable
αγαπητός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cher, chère, chéri, coûteux, précieux, dispendieux, onéreux, riche, agréable, aimable, amène, amiable, avenant, doux, gentil, mignon, plaisant, prévenant, revenant, suave
αγαπητός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: caro, costoso, diletto, amabile, ameno, benevolo, blando, carino, cortese, garbato, gentile, gradevole, lieve, mite, piacevole, simpatico, soave
αγαπητός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dyr, dyrebar, elskelig, kjær, kjære, kostbar, rar, elskling, yndling, behagelig, behaglig, blid, elskverdig, fin, god, hyggelig, koselig, mild, nett, nydelig, pen, snill, sort, søt, trevlig, yndig
αγαπητός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: возлюбленный, дорогой, дорогостоящий, ценный, дорогостоящ, добрый, любезный, миловидный, милый, приятный, сладкий
αγαπητός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dyr, kär, kostbar, kostsam, rar, dyrbar, påkostad, älskvärd, angenäm, behaglig, fin, gemytlig, god, hygglig, ljuv, snäll, sort, trevlig, vacker, vänlig
αγαπητός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtrenjtë, ëmbël
αγαπητός στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: любим, скъп
αγαπητός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kallis, kena, magus, meeldiv
αγαπητός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: armas, kallis, kulta, lemmitty, hauska, herttainen, kiltti, lempeä, makea, miellyttävä, mukava, soma, viihtyisä, ystävällinen
αγαπητός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: drag, skup, dražestan, lijep, ljubazan, mio, sladak, ugodan
αγαπητός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: becses, drága, kedvesem, kicsim, drágám!, értékes, költséges, barátságos, enyhe, szelíd
αγαπητός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: brangus, mielas, gražus, malonus, mandagus, puikus, saldus
αγαπητός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: caro, custoso, querido, amor, precioso, afável, agradasse, agradável, amarele, amável, ameno, aprazível, bondoso, bonito, brando, cativante, doce, fascinante, gentil, grato, meigo, simpático, suave
αγαπητός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: drag, scump, agreabil, amabil
αγαπητός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: drag, prijeten
αγαπητός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дорого, дорогий, дорогій, дорогої, дорогою, коханий, любий, любій, любої, любою, акуратний, витончений, вишуканий, гарний, гарно, красивий, лагідний, приємний, ретельний, симпатичний, тактовний, хороший
αγαπητός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: drogi, kochanie, kosztowny, miły
αγαπητός στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дарагі, каханы, любы, мілы
αγαπητός στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

αγαπητός ζαχαροπλαστείο, αγαπητός θεσσαλονίκη, αγαπητός χρυσοχόος, αγαπητός τσοπανάκης, αγαπητός πήλιο, αγαπητός μανδαλιός, αγαπητός παναγιώτης, αγαπητός αμπελάς wiki, αγαπητός βαλογιώργης, αγαπητός γ. τρικαλιώτης α ε