lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγανάκτηση

Λεξικό: αγγλικά αγανάκτηση
Μεταφράσεις: aggravation, anger, bisque, choler, rage, resentment, spite, wrath, animosity, grievance, grudge, ill-feeling, pique, rancour, umbrage, compunction, contrition, grid, grief, heartbreak, pity, regret, remorse, repentance, sorrow, bitter, dander, frustration, helpless, malice, malignity, spleen, venom
αγανάκτηση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dráždění, hněv, rozmrzelost, vášeň, vztek, zloba, zlost, žluč, zuřivost, nenávist, nevraživost, nevůle, rozhořčení, zášť, hoře, kajícnost, křivda, lítost, pokání, politování, škoda, smutek, stížnost, žal, zármutek, želet, nevrlost, zlomyslnost
αγανάκτηση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arger, ärger, ärgernis, grimm, raserei, unwille, wut, zorn, groll, jammer, leid, reue, rage
αγανάκτηση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: vrede, animositet, nag, anger, angre, beklage, beklagelse, fortryde, ruelse, sorg, vemod, sine
αγανάκτηση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cólera, coraje, desesperación, despecho, enojo, furia, indignación, ira, irritación, pique, rabia, encono, escama, hipo, ojeriza, rencor, resentimiento, añoranza, arrepentimiento, compunción, contrición, dolor, pena, penitencia, pesadumbre, pesar, remordimiento, enfado, maldad
αγανάκτηση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bile, bisque, colère, courroux, dépit, fureur, hargne, ire, irritation, rage, froissement, rancune, ressentiment, absinthe, componction, contrition, deuil, doléance, grief, pénitence, regret, repentance, repentir, malice, méchanceté
αγανάκτηση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: collera, corruccio, dispetto, furia, furore, ira, rabbia, stizza, rancore, risentimento, ruggine, dispiacere, pena, pentimento, rammarico, rimpianto, malignità, malizia
αγανάκτηση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: agg, indignasjon, sinne, vrede, animositet, nag, anger, angre, beklagelse, ruelse, sorg, vemod, ondskap
αγανάκτηση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бешенство, гнев, злоба, сердитость, ярость, злопамятность, обида, горе, печаль, скорбь, сожаление, зли, злость, озлобление
αγανάκτηση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: agg, vrede, animositet, ruelse, vemod, sinne
αγανάκτηση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tërbim, hidhërim, ligësi
αγανάκτηση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: гняв, злоба, яд
αγανάκτηση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гнеў, крыўда, злосць
αγανάκτηση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: raev, raevutsema, viha, käegalöömine, minnalaskmine, vimm, lein, kurjus, pahatahtlikkus
αγανάκτηση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hurjuus, kiukku, mielipaha, raivo, rajuus, viha, vimma, kauna, ikävä, murhe, pahoittelu, suru, häijyys, ilkeämielisyys, ilkeys
αγανάκτηση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bijes, žaljenje, žalost
αγανάκτηση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: harag, bánat, fájdalom, sérelem, gonoszság
αγανάκτηση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: įniršis, įtūžis, pyktis, gailestis
αγανάκτηση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cólera, enojo, ira, irritadiça, pique, raiva, escama, hipo, ofensa, olaria, lamento, pena, penitencia, pesar, sentimento, maldade, rabeia
αγανάκτηση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: furie, doliu, regret
αγανάκτηση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hnev, žal
αγανάκτηση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: гнів, збавте, роздратування, виключення, виняток, жалоба, збиток, злочин, образа, піке, поранення, поранити, порушення, пошкодження, провина, рана, ранити, скарга, травма, ушкодження, горе, жовч, злість, злоба, лють, отруйність, отрута, селезінка
αγανάκτηση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gniew, uraza, żal, złość
αγανάκτηση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αγανάκτηση κορυδαλλός, αγανάκτηση συνώνυμα, αγανάκτηση ετυμολογία, αγανάκτηση φίλιπ ροθ, αγανάκτηση σουβλάκι, αγανάκτηση λεξικο, αγανάκτηση translation, δικαιολογημένη αγανάκτηση