lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αγαθό

Λεξικό: αγγλικά αγαθό
Μεταφράσεις: article, commodity, gong, goods, item, merchandise, stock, stuff, ware
αγαθό στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: artikl, bod, článek, člen, komodita, odstavec, paragraf, položka, stať, výrobek, zboží
αγαθό στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: artikel, gut, ware
αγαθό στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: artikel, vare, varer
αγαθό στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: artículo, mercadería, mercancía, pacotilla
αγαθό στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: article, camelote, contrebande, marchandise, marchandises
αγαθό στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: articolo, mercanzia, merce
αγαθό στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: artikkel, handelsvara, utskudd, vara, vare, varer
αγαθό στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: статья, товар, товары
αγαθό στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: handelsvara, handelsvaror, vara, vare, varor
αγαθό στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: пункт
αγαθό στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: тавар
αγαθό στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ese, kaup
αγαθό στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: artikkeli, esine, hyödyke, kauppatavara, tavara
αγαθό στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: predmet, roba
αγαθό στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: áru, árucikk, cikk
αγαθό στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: daiktas, prekė, reikmuo
αγαθό στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: artículo, artigo, mercadoria
αγαθό στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: articol
αγαθό στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: керівник, крам, лідер, майно, напій, речі, староста, товар, товари, товарний
αγαθό στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: towar
αγαθό στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

αγαθό giffen, αγαθό giffen ορισμος, αγαθό συνωνυμα, αγαθό συμφέρον και δίκαιο, αγαθό του πλάτωνα, αγαθό πολυτελείας, αγαθό ορισμός, αγαθό αγγλικά, αγαθό αριστοτέλης, αγαθό μετάφραση