lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: αίσθημα

Λεξικό: αγγλικά αίσθημα
Μεταφράσεις: feeling, sensation, sentiment, sense, affection, emotion, entertain, guilt, effect, hunch, imagining, impression, seem, semaphore
αίσθημα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: pocit, počitek, rozruch, senzace, vjem, cit, cítění, mínění, názor, rozum, smysl, význam, afekt, dojem, dojetí, emoce, láska, náklonnost, pohnutí, smýšlení, vzruch, vzrušení, záliba, efekt, jev, následek, otisk, tisk, účinek, účinnost, vliv, vnímání
αίσθημα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: empfindung, gefühl, sinn, gefühlsbewegung, gemüt, rührung, abdruck, auswirkung, effekt, eindruck, ergebnis, folge, gedanke, idee, resultat, wahrnehmung, wirkung
αίσθημα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: følelse, fornemmelse, mening, sans, indtryk, sindsbevægelse, effekt, følge, konsekvens, virkning
αίσθημα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: sensación, sentimiento, sentido, afección, afecto, afectuosidad, cariño, emoción, consecuencia, efecto, impresión, resultado, secuela
αίσθημα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: ressemeler, ressentiment, sensation, sens, sentiment, affection, âme, émotion, impression, effet, perception
αίσθημα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: sensazione, senso, sentimento, affetto, affezione, commozione, emozione, impressione, stampa, effetto
αίσθημα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: sensasjon, følelse, sans, sinne, emosjon, effekt, inntrykk
αίσθημα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ощущение, сенсация, чувство, волнение, любовь, воздействие, впечатление
αίσθημα στα ρωσικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mulje, sensatsioon, tunne, tähendus, emotsioon, kiindumus, tagajärg
αίσθημα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aistimus, tunne, tunto, järki, merkitys, mielenliikutus, tunnelma, jälki, painatus, teho, vaikutus
αίσθημα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: osjećaj, smjer, bolest, privrženost, utisak
αίσθημα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érzés, szenzáció, érzet, jelentés, érzelem, benyomás, hatály, okozat
αίσθημα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: jausmas, prasmė, emocija, padarinys, pasekmė, poveikis
αίσθημα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: sensação, sentido, sentimento, significado, abalo, afecção, afecto, afeição, choque, comoção, emoção, consequência, efeito, impressão, resultado, sequela
αίσθημα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pocit, zmysel, dojem
αίσθημα στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odczucie, poczucie, uczucie, wrażenie
αίσθημα στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: känsla, sinne, fölelse, intryck
αίσθημα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ndjenjë, mallëngjim, mbresë, veprim
αίσθημα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: чувство, емоция, мнение, впечатление, ефект, последствие
αίσθημα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: direcţie, afecţiune
αίσθημα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: afekt
αίσθημα στα σλοβενική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: уражанне
αίσθημα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відбиток, вражати, враження, вразити, кіносеанс, клеймо, показ, проштемпелювати, тавро, штемпель, штемпелювати
αίσθημα στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

αίσθημα κόπωσης, αίσθημα καψίματος στο δέρμα, αίσθημα καύσου στον κόλπο, αίσθημα ατελούς αφόδευσης, αίσθημα μετεωρισμού, αίσθημα κρύου, αίσθημα παλμών στα αυτιά, αίσθημα κόμπου στο λαιμό, αίσθημα ζάλης, αίσθημα δικαίου