lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ίδρυμα

Λεξικό: αγγλικά ίδρυμα
Μεταφράσεις: business, company, enterprise, establishment, firm, house, rival, endowment, foundation, patrimony, assumption, undertaking, constitution, institution, bet, gamble, plant, wager, workshop, background, postulate, premise, presumption, presupposition, understanding
ίδρυμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: domácnost, dům, firma, podnik, rodina, ústav, zařízení, závod, dar, nadace, nadání, věnování, založení, provoz, instituce, konstituce, složení, ustanovení, ústava, zřízení, dílna, sázka, domnění, domněnka, předpoklad
ίδρυμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufnahme, einrichtung, firma, haus, institution, niederlassung, gabe, gründung, stiftshütten, stiftung, betrieb, unternehmen, anstalt, bestellung, konstitution, institut, saum, stift, werk, werkstatt, wettbewerbsfähigkeit, wette, annahme, errichtung, errichtungen, lokal, prämisse, stifter, voraussetzung
ίδρυμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: anstalt, bolig, firma, forretningsaktivitet, hus, institution, gave, legat, stiftelse, etablere, værk, forfatning, bedrift, kuranstalt, vad
ίδρυμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: empresa, establecimiento, firma, institución, donación, donativo, fundación, constitución, apuesta, instituto, taller, creación, presupuesto, suposición
ίδρυμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: entreprise, établissement, firme, fonds, maison, marque, don, fondation, exploitation, constitution, instauration, institution, atelier, bourrellerie, corderie, cordonnerie, coutellerie, gageure, maternité, nourricerie, otage, pari, tôlerie, troussis, vitrerie, création, érection, lemme, posage, pose, principe, supposition
ίδρυμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: casa, casalingo, ditta, impresa, stabilimento, fondazione, azienda, ente, costituzione, istituzione, istituto, laboratorio, officina, scommessa, obiettivo, supposizione
ίδρυμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: firma, forretningsaktivitet, hus, dotasjon, gave, legat, stiftelse, etablere, foretak, verk, anstalt, institusjon, nedsettelse, bedrift, kuranstalt, vad, veddemål, verksted, forutsetning, grunnlag
ίδρυμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: фирма, вклад, дарование, одаренность, одарённость, основание, пожертвование, дело, занятие, предприятие, конституция, учреждение, завод, заложение, основа, учредительство
ίδρυμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: firma, verksamhet, legat, stiftelse, affär, företag, anstalt, anläggning, vad, verk
ίδρυμα στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дом, фірма, завод, аснова, залажэнне
ίδρυμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: asutus, anne, institutsioon, kihlvedu, asutamine
ίδρυμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: firma, hanke, laitos, kyky, lahja, lahjakkuus, säätiö, edesottamus, perustuslaki, veto, arvelu, luulo
ίδρυμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: cég, alapítvány, vállalat, alkotmány, intézet, faipari, gyár, növény, üzem, alapítás, kikötés
ίδρυμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: firma, institucija, įstaiga, dovana, fondas, talentas, konstitucija, dirbtuvė
ίδρυμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: empresa, firma, fundação, talento, negocio, instituição, atelier, estabelecimento, oficina, base, causa, fundamento, planta, porquê, suposição, urdidores
ίδρυμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: instituţie, bază, fundaţie, atelier
ίδρυμα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: firma, podjetje
ίδρυμα στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: spoločnosť, závod
ίδρυμα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бізнес, бізнесовий, дилер, дилерський, діло, діловий, концерн, справа, фірма, антрепренерство, зайнятість, опрацювання, підприємливість, підприємство, розбудова, розвинення, розвиток, розгортання, завод, млин, молоти, насадження, посадити, просо, рослина, саджати, садити, ставка, фабрика, фрезувати, авторитет, база, базис, базовий, базувати, відання, влада, встановлення, вступ, гарантія, господарство, грант, ґрунт, заклад, засада, засновування, заснування, земля, ініціація, корінь, льох, мотив, опора, основа, підвал, підвалина, підлога, підніжжя, підстава, підставу, підстилка, повноваження, поле, посвячення, рахунок, розташовувати, розташовуватися, розташувати, розташуватися, сік, установа, установлення, фундамент, фундація, хребет
ίδρυμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: firma, fundacja, przedsiębiorstwo, ustanowienie, zakład, założenie
ίδρυμα στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: talent, institucija, ustav, oklada, radionica
ίδρυμα στα κροατικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: предприятие, конституция, учреждение, цех
ίδρυμα στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

ίδρυμα θεοχαράκη, ίδρυμα μείζονος ελληνισμού, ίδρυμα ευγενίδου, ίδρυμα νεολαίας και δια βίου μάθησης, ίδρυμα μποδοσάκη, ίδρυμα ωνάση, ίδρυμα μιχάλης κακογιάννης, ίδρυμα σταύρος νιάρχος, ίδρυμα λάτση, ίδρυμα κρατικών υποτροφιών