lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έρχομαι

Λεξικό: αγγλικά έρχομαι
Μεταφράσεις: added, arrival, come, reach, strike, supervene, urge, belong, derive, descend, emanate, hail, originate, stem, arrive, attain, befall, happen, occur, transpire
έρχομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dojet, dojít, doletět, dosáhnout, dosahovat, dospět, nastat, přicestovat, přicházet, přijet, přijít, přijíždět, přiletět, sahat, naléhat, pocházet, vzejít, zdůrazňovat, derivovat, klesat, odvodit, odvozovat, povstat, sejít, sestoupit, sestupovat, sjet, vycházet, vyrazit, vyzařovat, vznikat, vzniknout, docházet, přihodit
έρχομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ankommen, anreisen, dazukommen, erreichen, erzielen, kommen, zugehen, bestehen, abgestammt, abstammen, ausgehen, herkommen, herrühren, stammen, angekommen, eingetroffen, eintreffen, mitkommen, zunehmen, hergehen, nachkommen, anfahren, hinkommen, dazwischenkommen, eintreten, ereignen, geschehen, passieren, stattfinden, vorfallen, vorkommen, zustoßen, zutreffen
έρχομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ankomst, granske, komme, nå, fastholde, nedstamme, stamme, ankomme, komma, sting, forekomme, ske
έρχομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alcanzar, aproximarse, conseguir, indagar, inquirir, investigar, llegar, parar, sobrevenir, venir, acudir, insistir, bajar, derivar, descender, emanar, nacer, proceder, provenir, presentarse, acaecer, acontecer, ocurrir, pasar, suceder
έρχομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aboutir, approcher, arriver, parvenir, pénétrer, revendiquer, insister, venir, dériver, émaner, procéder, provenir, advenir, intervenir
έρχομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accadere, arrivare, avvenire, giungere, investigare, pervenire, toccare, attentare, venire, derivare, discendere, emanare, essere, provenire, risalire, capitare, succedere
έρχομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ankomst, etterforske, granske, komme, nå, undersøke, fastholde, nedstamme, stamma, stamme, utgå, ankomme, komma, oppnå, stinga, førekomma, forekomme
έρχομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: достичь, доходить, наставать, приходить, исходить, походить, прибывать, прибыть, приводить, приезжать, случать
έρχομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ankomst, anlända, nå, räcka, rannsaka, tillgå, utföra, härstamma, stamma, ankomma, komma, stiga, förekomma, hända, inträffa, ske, tilldraga
έρχομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: arrij, vij, rrjedh, zbres, ndodh
έρχομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адбыцца, даходзіць, прыстань, прыходзiць, пахадзіць, пускаць, прыбавіцца, прыбыць, прыехаць, прыйсці, прыбаўляцца, прыбываць, прыходзіць, прыязджаць
έρχομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jõudma, saabuma, tulema, ilmnema, ilmuma
έρχομαι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: saapua, saavuttaa, tulla, joutua, alentua, aleta, koitua, laskeutua, päästä
έρχομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: prispjeti, potjecati, silaziti
έρχομαι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dokk, közeledni, jön-megy, származik, megérkezni, megjönni, eljön, eljönni, érkezik, idejárni, megjön, előfordul, megtörténni
έρχομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acertar, alcançar, alegar, atingir, chegar, conseguir, obter, vir, acudir, cegar, instar, derivar, descender, descer, emanar, proceder, provir, aportar, acontecer, acrescer, advir, menir, ocorria, suceder
έρχομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: veni, sosi
έρχομαι στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: дійти, досягати, досягнути, досягти, доходити, заставати, застати, надходити, наставати, настати, походити, прибувати, прибути, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, приходити, приходиться, простягатися, протягати, протягнути, сягнути, симулювати, симулюйте, стимулювати, бувати, будьте, бути, знаходитися, міститися, побувати, віск, восковий, надійти, прибудьте, репорт
έρχομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dochodzić, nastawać, pochodzić, przybyć, przybywać, przychodzić, przyjeżdżać, przyjść, zdarzać
έρχομαι στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: priti
έρχομαι στα σλοβενική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: възниквам
έρχομαι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: prísť
έρχομαι στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

έρχομαι αρχικοί χρόνοι, έρχομαι κλίση, έρχομαι και συ κοιμάσαι, έρχομαι από τη μεγάλη ελλάδα στη μικρή ελλάδα, έρχομαι παράγωγα, έρχομαι ομορριζα, έρχομαι ετυμολογία, έρχομαι και συ κοιμάσαι στιχοι, έρχομαι με φορα πες του, έρχομαι κι εσύ κοιμάσαι στίχοι