lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έρευνα

Λεξικό: αγγλικά έρευνα
Μεταφράσεις: analysis, assay, check-up, enquiry, exam, examination, exploration, inquest, inquiry, inquisition, investigation, research, scrutiny, searching, study, trial, vetting, quest, quested, search
έρευνα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: anketa, bádání, hledání, kontrola, ohledání, ověření, pátrání, pokus, prohlídka, průzkum, rozbor, šetření, studie, studium, studovna, učení, vyhledávání, vyšetření, vyšetřování, výslech, vyzkoušení, výzkum, zkoumání, zkouška
έρευνα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erhebung, examen, forschung, probe, prüfung, studie, studium, suche, untersuchung, versuch, recherche
έρευνα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: eksamen, forhør, forskning, forsøg, granskning, prøve, prøvning, studie, undersøgelse
έρευνα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: encuesta, ensayo, escrutinio, examen, exploración, indagación, interrogatorio, investigación, juicio, observación, prueba, reconocimiento, busca, búsqueda, pesquisa, rebusca
έρευνα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: enquête, essai, étude, examen, expertise, exploration, interrogatoire, investigation, observation, recherche, sondage, test, vérification, visite, perquisition, quête
έρευνα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: analisi, assaggio, collaudo, esame, esperimento, esplorazione, inchiesta, indagine, investigazione, prova, ricerca, richiesta, saggio, studio, visita, cerca, perquisizione
έρευνα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: eksamen, etterforskning, forhør, forskning, forsøk, gransking, granskning, legeundersøkelse, prøve, prøvning, studie, undersøkelse, utredning, jakt, leting, søk
έρευνα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: изучение, испытание, исследование, освидетельствование, пробный, экзамен, изыскание, поиск, поиски, разыскание
έρευνα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: efterforskning, forskning, granskning, prövning, recherch, utredning, efterspaning, jakt, sökande
έρευνα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjurmim
έρευνα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: изследване
έρευνα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: eksam, uurimine, uuring, otsing
έρευνα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: harjoitelma, katsastus, koe, kysely, tarkastelu, tiedustelu, tutkimus, tutkinta, etsintä, etsiskely
έρευνα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: ispit, istraživanje
έρευνα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: kutatás, tanulás, tanulmányozás, vizsgálás, vizsgálat, keresés
έρευνα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: analizė, egzaminas, krata
έρευνα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: análise, encesta, esforço, exame, experiência, inquérito, investigação, pesquisa, proba, prova, sindicância, teste, busca, exploração, rebusca
έρευνα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: birou
έρευνα στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: badanie, poszukiwanie
έρευνα στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hľadanie
έρευνα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: діяльність, заняття, намагання, переслідування, погоня, пошуки, прагнення, розшуки
έρευνα στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

έρευνα αγοράς, έρευνα πεδίου, έρευνα στο νησί των ναυαγών, έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών 2012, έρευνα τσίμας, έρευνα στη γυναικεία αναπαραγωγή, έρευνα εργατικού δυναμικού, έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών, έρευνα δράσης, έρευνα τεχνολογική ανάπτυξη και καινοτομία