lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έπαρση

Λεξικό: αγγλικά έπαρση
Μεταφράσεις: arrogance, haughtiness, hauteur, pride, swagger, assumption, vainglory, yum, conceit, conceitedness, impudence, presumption, presumptuousness
έπαρση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: arogance, arogantnost, drzost, nadutost, namyšlenost, hrdost, pýcha, ješitnost, nafoukanost, zpupnost, domnění, domýšlivost, holedbání, marnivost, presumpce
έπαρση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arroganz, stolz, anmaßung, dünkel, einbildung, eitelkeit, hochmut, unverschämtheit
έπαρση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hovmod, stolthed, formodning
έπαρση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: altanería, arrogancia, altivez, descuello, envanecimiento, orgullo, penacho, descaro, humo, soberbia, entonación, vanidad
έπαρση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arrogance, morgue, amour-propre, fierté, orgueil, vanité, insolence, superbe, fatuité, outrecuidance, présomption, vanterie
έπαρση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: alterigia, arroganza, boria, prepotenza, tracotanza, fierezza, orgoglio, superbia, presunzione, vanità
έπαρση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arroganse, hovmod, stolthet, flædd, forfengelighet, formodning, overmot
έπαρση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: высокомерие, дерзость, наглость, надменность, гордость, тщеславие, самомнение
έπαρση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arrogans, stolthet, flärd
έπαρση στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: julkeus, hävyttömyys, itserakkaus
έπαρση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aroganţă
έπαρση στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: arogancja, duma, pycha, zarozumiałość
έπαρση στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: krenari
έπαρση στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: uhkus
έπαρση στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: büszkeség, kevélység, beképzeltség, vélelem
έπαρση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: altivez, encarecimento, orgulho, penacho, entonteciam, vanidade
έπαρση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: pýcha
έπαρση στα σλοβακική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: самомнение
έπαρση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ганарлівасць
έπαρση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: tuštybė
έπαρση στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

έξαρση συνώνυμο, υπαρξη συνωνυμο, έπαρση σημαίας, έπαρση συνωνυμα, έπαρση σημαίας στα σχολεία, έπαρση ορισμός, έπαρση αντίθετο, έπαρση συνώνυμο, έπαρση αντώνυμο, έπαρση και υποστολή σημαίας