lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έξυπνος

Λεξικό: αγγλικά έξυπνος
Μεταφράσεις: acute, astute, brainy, bright, clever, cute, incisive, keener, luminous, mercurial, nimble, penetrating, perspicacious, quick, quick-witted, rapid, sagacious, sharp, sharp-witted, shrewd, smart, spry, swift, versatile, witty, arch, artful, canny, crafty, cunning, knowing, mercenary, sly, wily, brilliant, intelligent, apprehensive, comprehensive, docile, teachable, adroit, dodgy, guileful, dextrous, handy, skilful, able, apt, arty, capable, efficient, enforceable, equal, fitted, gifted, talented
έξυπνος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bystrozraký, bystrý, chytrý, čilý, čiperný, duchaplný, důvtipný, hbitý, inteligentní, jasný, jemný, lstivý, mrštný, příkrý, prudký, rychlý, šikovný, spádný, vtipný, zchytralý, živý, chytrácký, čtverácký, dovedný, lišácký, lstivost, mazaný, obratný, prohnaný, šelmovský, šibalský, vychytralý, záludný, zlomyslný, chápavý, poddajný, poslušný, povolný, schopný, učenlivý, pohotový, úskočný, vynalézavý, zručný, důmyslný, roztomilý, hodný, milý, nadaný, oprávněný, šťastný, talentovaný, vhodný, zdatný, způsobilý
έξυπνος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufgeweckt, behände, geistreich, hurtig, intelligent, klug, rasch, reißend, scharfsinnig, schlau, schnell, arglistig, durchtrieben, gerissen, listig, pfiffig, raffiniert, tückisch, verschlagen, abgefeimt, gewieft, gewitzt, fügsam, gelehrig, geschickt, erfahren, findig, kess, sinnreich, begabt, fähig, fit, kompetent, talentiert, tüchtig
έξυπνος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blank, dreven, fiks, flink, gløgg, hurtig, intelligent, ivrig, kvik, list, livlig, lur, rask, skarp, skarpsindig, slug, smart, vittig, fiffig, ful, listig, snedig, snu, underfundig, dygtig, forstandig, advokatorisk, klok, sveg, ekspert, smidig, begavet, habil, kapabel, talent
έξυπνος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agudo, astuto, despejado, inteligente, ligero, lince, listo, perspicaz, pronto, rápido, sagaz, veloz, vivo, artero, insidioso, marrullero, tacaño, taimado, brillante, salado, capaz, comprensivo, artificioso, bellaco, cauteloso, cauto, cuco, diestro, hábil, mañoso, pillo, dispuesto, elegante, fino, ingenioso, apto, capacitado, dotado, suficiente, talentoso
έξυπνος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: astucieux, intelligent, perspicace, sagace, torrentueux, avide, étoffe, habile, malin, matois, roublard, ruse, rusé, capable, compréhensif, docile, entendeur, adroit, artificieux, cauteleux, fièvre, finaud, finet, futé, madré, mal, retors, subtil, accort, débrouillard, dégourdi, déluré, fin, ingénieux, spirituel, apte, bon, compétent, doué
έξυπνος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: agile, astuto, celere, dolere, frizzante, impetuoso, intelligente, lepido, perspicace, rapida, rapido, sagace, sollecito, spiritoso, sveglio, svelto, vivo, accorto, astuzia, furbo, scaltro, docile, abile, acuto, avveduto, destro, adatto, atto, bravo, capace, idoneo
έξυπνος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: akutt, blank, fiks, flink, gløgg, hurtig, ivrig, kvikk, list, livlig, lur, oppvakt, rapp, rask, skarp, skarpsindig, slug, smart, snøgg, spirituell, væska, vittig, fiffig, ful, listig, skuld, snedig, svek, underfundig, dyktig, intelligent, forstandig, advokatorisk, klok, utspekulert, smidig, begavet, dugelig, habil, kapabel, talent
έξυπνος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: быстрый, догадлив, догадливый, зоркий, зорок, находчив, находчивый, остроумный, проницательный, скорый, смекалист, смекалистый, сметлив, сметливый, смышлен, смышленый, смышлёный, сообразителен, сообразительный, умный, корыстный, ловкий, лукавый, хитер, хитёр, хитрый, интеллигентен, интеллигентный, разумный, понятлив, понятливый, искусный, ухищрен, ухищрён, ухищренный, ухищрённый, одаренный, способен, способный
έξυπνος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: akut, blank, fiks, glögg, hurtig, ivrig, kvick, list, livlig, ljus, lur, rapp, skarp, slug, smart, värka, bakslug, fiffig, illmarig, klipsk, listig, skuld, sług, snedig, svek, underfundig, anderik, intelligent, advokatorisk, duktig, fintlig, klok, klyftig, lömsk, skicklig, behändig, flink, händig, smidig, duglig, förmögen, habil, kapabel, talent
έξυπνος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бърз
έξυπνος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: быстры, кемлівы, кемны, цямлівы, шпаркі, мудрагелісты, хітры, ёмкі, зручны, лоўкі, здатны, здольны, человек
έξυπνος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kiire, nutikas, vaimukas, kaval, salakaval, arukas, intelligentne, osav, võimekas
έξυπνος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: älykäs, eloisa, heleä, henkevä, joutuisa, kipakka, koski, nopea, sukkela, viekas, vilkas, juonikas, kavala, ovela, oppivainen, näppärä, taitava, hieno, kätevä, etevä, hyvä, hyvälahjainen, kykenevä, kyvykäs, pätevä, pystyvä
έξυπνος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: brz, duhovit, nagao, pametan, inteligentan, poslušan, spretan, vješt, bistar, prikladan, sposoban
έξυπνος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aranyos, éles, fürge, intelligens, okos, ravasz, sebes, szellemes, furfangos, értelmes, fogékony, élelmes, körmönfont, leleményes, ügyes, alkalmas, rátermett, tehetséges
έξυπνος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: greitas, įžvalgus, sąmojingas, vikrus, gudrus, protingas, sumanus, supratingas, nagingas
έξυπνος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: agudo, ardiloso, astuto, brusco, espirituoso, inteligente, listo, perspicaz, pronto, rabudo, rápido, sagaz, veloz, vivo, arteiro, capcioso, ladino, pícaro, cadastro, compreensivo, artificioso, cauto, hábil, jeitoso, ágil, belo, cachaças, cuco, elegante, fino, velo, vividos, apto, capaz, dotado, talentoso
έξυπνος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: înţelept
έξυπνος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: pameten
έξυπνος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бистрий, веселий, витончений, вогник, гладенький, гнучкий, гостра, гостре, гострий, дотепний, запалити, запалювати, засвітити, квапливий, кмітливий, легкий, літаючий, моторний, негайний, підказати, підказка, підказувати, поспішати, поспішний, похапливий, прудкий, прямий, ранковий, рівно, розумний, світлий, світло, скоро, слизький, спритний, телеграфний, терміновий, точно, тріскотіння, флот, флотилія, хутко, швидкий, швидко, блукаючий, винахідливий, довгоголовий, котячий, летіти, лисячий, літати, ловкий, муха, пілотувати, полетіти, політ, прихований, пролетіти, проноситись, розсудливий, тонкий, хитрий, вичерпний, всебічний, всеосяжний, інтелектуальний, місткий, покірний, просторий, тямущий, акуратний, воловий, вправний, гарний, здібний, зручний, корисний, охайний, тактичний, тактовний, чепурний, чистий, чіткий, відповідний, вміти, гідний, ґрунтовний, звук, звучати, здатен, здатний, здоровий, змогти, могти, може, підходити, підхожий, придатний, припадок, справний, спроможний, схильний, удатний, умілий
έξυπνος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bystry, chytry, cwany, inteligentny, pojętny, przebiegły, sprytny, zdolny
έξυπνος στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: mazaný, učenlivý
έξυπνος στα σλοβακική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: aftë
έξυπνος στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

έξυπνος συνώνυμα, έξυπνος σαν, έξυπνος ετυμολογία, έξυπνος άνθρωπος, έξυπνος μετρητής, έξυπνοσ χορόσ, έξυπνος μετρητής ρεύματος, έξυπνος γύψος βάζει τέλος στο ροχαλητό, έξυπνος γρίφος, έξυπνος φωτισμός