lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έξοδος

Λεξικό: αγγλικά έξοδος
Μεταφράσεις: exhaust, exit, mouth, nozzle, offset, orifice, outfall, outlet, spout, attack, bolt, excursion, jag, sally, sortie, spree
έξοδος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: odbytiště, odtok, otevření, otvor, ústí, východ, východisko, výfuk, výjezd, výpust, výstup, vyústění, exkurze, vtip, vycházka, výlet, výstupek
έξοδος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abgang, ausfahrt, ausflug, ausgang, auspuff, ausstieg, austritt, mündung, öffnung, abstecher, ausfall, exkursion, spritzcour, spritzfahrt, streife
έξοδος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: udgang, tur, udflugt
έξοδος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: escape, orificio, salida, excursión
έξοδος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: débouché, échappement, issue, orifice, ouverture, sortie, tubulure, excursion, raid, saillie
έξοδος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abboccatura, apertura, esito, orificio, sbocco, scappamento, scarico, uscita, escursione, gita, sortita
έξοδος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avtrekk, lysåpning, munning, utgang, utløp, framstøt, utfall, utflukt
έξοδος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вылет, выход, отверстие, вылазка, выпад, экскурсия
έξοδος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: mutning, framstöt, utfall
έξοδος στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: väljapääs
έξοδος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aukko, huviretki
έξοδος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: izlaz, otvor, izlet, šetnja
έξοδος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: nyílás
έξοδος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: boca, bocal, escape, orifício, porta, saída, exausto, excursão
έξοδος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: wylot, wypad
έξοδος στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вылазка, выпад, выхадка
έξοδος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: ekskursija, iškyla, išvyka
έξοδος στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: výlet
έξοδος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вибух, виверження, вилазка, випад, інвектива, лайка
έξοδος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

εξοδος μεσολογγίου, έξοδος κινδύνου, έξοδος θεσσαλονίκη, έξοδος αθήνα, έξοδος 16p αττικής οδού, έξοδος κινδύνου 1980, έξοδος στις αγορές, έξοδος στη θεσσαλονίκη, έξοδος εταίρου από επε, έξοδος του μεσολογγίου πίνακας