lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ένωση

Λεξικό: αγγλικά ένωση
Μεταφράσεις: union, incorporation, reuniting, unification, association, bond, close, communication, compound, conjunction, connection, connexion, covenant, entanglement, federation, fellowship, intercourse, interrelation, league, liaison, nexus, relatedness, relation, relationship, relevance, report, wedlock, amalgamation, connector, fastener, interface, joint, junction, juncture, socket
ένωση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: jednota, sdružení, spojení, svaz, svornost, sjednocení, unifikace, asociace, federace, kombinace, kompozitum, konfederace, liga, obcování, odbory, poměr, pouto, příbuzenství, příbuznost, relace, sdružený, sdružování, sloučenina, složený, směs, souvislost, spoj, spojitost, spojování, společenství, společnost, spolek, styk, svazek, vázání, vazba, vztah, závislost, zpráva, hrdlo, kloub, nátrubek, objímka, šev, spára, spojený, spojka
ένωση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: union, einigung, vereinigung, assoziation, beziehung, bezug, bindung, bund, bündnis, föderation, gemeinschaft, gewerkschaft, liga, referat, relation, verband, verbindung, verein, verhältnis, verknüpfung, zusammenhang, schnittstelle
ένωση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forening, sammenslutning, union, anknytning, band, bånd, fagforening, føderation, forbindelse, forbund, forhold, liga, relevans, selskab, sovjetunionen, fuge, skarv
ένωση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: unión, conjunción, federación, integración, unificación, alianza, asociación, coalición, compuesto, conexión, enlace, liga, relación, respecto, sindicato, sociedad, vínculo, empalme, juntura, soldadura
ένωση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: union, unification, affinité, alliance, amalgame, association, basoche, chemise, cohérence, combinaison, composé, confédération, connexion, connexité, fédération, filiation, fonction, liaison, lien, ligue, relation, société, syndicat, trade-union, joint, manchon
ένωση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: unione, unificazione, associazione, collegamento, composto, federazione, lega, legame, nesso, rapporto, relazione, servizio, sindacato, vincolo, articolazione, connettore, giuntura, legatura, slot, spinello
ένωση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: union, forening, sammenslutning, allianse, anknytning, band, ekteskap, fagforening, forbindelse, forbund, forhold, konjunksjon, liga, relasjon, relevans, samband, samfunn, sammenheng, selskap, sovjetunionen, fuge, koppel, skarv
ένωση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: объединение, союз, уния, воссоединение, ассоциация, лига, отношение, связь, федерация, скрепа, соединение
ένωση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: union, förening, allians, anknytning, band, förbund, liga, relevans, sällskap, samband, samfund, sammanhang, släktskap, koppel, skarv
ένωση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bashkim, lidhje
ένωση στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: унія, задзіночанне, злучэнне, спалучэнне
ένωση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: liit, ühendus
ένωση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: liitto, yhdistys, yhdistyminen, ammattiyhdistys, avioliitto, liittokunta, liittovaltio, yhteys
ένωση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: unió, egyesítés, egylet, kapcsolat, kontakt, kötelék, összefüggés, rokonság, vegyület, viszony, karmantyú
ένωση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sąjunga, asociacija, federacija, lyga, susivienijimas
ένωση στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: союз, унія, альянс, басейн, впровадження, втілення, громада, загал, збиратися, збори, згуртованість, згуртування, злиття, змішення, зрощення, інкорпорація, калюжа, комбінація, конгрес, корпорація, мітинг, община, плавка, поглинання, поглинення, поєднання, реєстрація, розплавляння, спілка, спільність, спільнота, сполучення, ставок, суспільство, товариство, уніфікація, федерація, апарат, асоціація, вінчання, засідання, зборище, зібрання, злука, злуку, зустріч, інтеграція, кільце, композиція, ланка, облігація, одиниця, одруження, перехрестя, підрозділ, побачення, поєднування, склад, складений, складовий, скупчення, спаровування, сполука, сполуку, твір, установка, шлюб, шлюбний
ένωση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: unia, zjednoczenie, związek, złącze
ένωση στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: брак, асоциация, отношение, федерация
ένωση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aliança, coagiriam, união, unificaria, associação, companhia, composto, enlace, federação, relato, relatório, sindicato, sociedade, vínculo, comissura, compenetrariam, empalem, trabalho
ένωση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: spoj
ένωση στα κροατικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: asociaţie
ένωση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: konektor
ένωση στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

ένωση ελλήνων φυσικών, ένωση ελληνικών τραπεζών, ένωση κεντρώων, ένωση ελλήνων χημικών, ένωση δικαστών και εισαγγελέων, ένωση ελλήνων εφοπλιστών, ένωση για την απασχολούμενη γυναίκα, ένωση διοικητικών δικαστών, ένωση καταναλωτών, ένωση ελλήνων ποινικολόγων