lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έντερο

Λεξικό: αγγλικά έντερο
Μεταφράσεις: bowel, gut, gutlessness, intestine, confidential, domestic, inboard, in-house, inland, inner, inside, interim, interior, internal, intrinsic, inward, ventral
έντερο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: střevo, útroby, vnitřní, vnitřnosti, domácí, dovnitř, duševní, důvěrný, interiér, interní, niterný, pravý, skutečný, sluha, spojka, tuzemský, uvnitř, vlastní, vnitřek, vnitro, vnitrostátní
έντερο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: darm, blutwurst, einwärts, häuslich, hinein, inner, innere, innerhalb, innerlich, innig, intern, inwendig, vertraulich
έντερο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: tarm, indenfor, indre, intern
έντερο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: intestino, tripa, morcilla, dentro, interior, interna, interno, íntimo
έντερο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: boyau, guerre, intestin, viscère, boudin, cervelas, côlon, saucisson, dedans, domestique, intérieur, interne, intime, intrinsèque, structure
έντερο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: budello, intestino, minugia, sanguinaccio, dentro, domestico, interiore, interno, intimo
έντερο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: tarm, indre, inne, innenlandsk, innvendig, innvortes, intern
έντερο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: кишечник, кишка, внутренний, внутри, домашний, комнатный, нутряной
έντερο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: tarm, inhemsk, inre, inrikes, intern, invärtes
έντερο στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кішка, унутра, унутраны
έντερο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sisikond, sool, seesmine
έντερο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: suoli, kesy, sisäinen, sisällä
έντερο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: crijevo, unutra
έντερο στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: žarnynas
έντερο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: intestino, tripa, dentro, interior, interna, interno, íntimo
έντερο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: črevo
έντερο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кишка, близький, властивий, внутрішній, внутрішньодержавний, інтимний, істотний, притаманний
έντερο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jelito, kiszka, wewnętrzny
έντερο στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bél
έντερο στα ουγγρική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: brenda
έντερο στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

έντερο πόνος, έντερο στα αγγλικά, έντερο αέρια, έντερο ανατομία, έντερο συμπτώματα, έντερο παθήσεις, έντερο διατροφή, έντερο μήκος, έντερο και εγκυμοσύνη, έντερο για λουκάνικα