lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ένταση

Λεξικό: αγγλικά ένταση
Μεταφράσεις: intenseness, intensity, capacity, exertion, strain, tension
ένταση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: intenzita, intenzívnost, napětí, síla, pnutí, tenze, úsilí
ένταση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: intensität, anspannung, spannung, stärke
ένταση στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: intensidad, tensión
ένταση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: intensité, contention, tension
ένταση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: intensità, tensione
ένταση στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: интенсивность, напряжение, напряженность, напряжённость, натяжение
ένταση στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: інтэнсіўнасць, напінанне, нацяжэнне
ένταση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: intenzitás
ένταση στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: intenzita
ένταση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: інтенсивність, міцність, міць, напруження, сила, напруга, напруженість, напружити, напружитися, напружувати, напружуватися, натяг, натягати, натягнути, натягти, натягування, натягувати, обмеження, похилений, примус
ένταση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: intensywność, natężenie
ένταση στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: spenning, styrka
ένταση στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: anspänning, styrka
ένταση στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: pinge
ένταση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jännite, jännitys, kireys
ένταση στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: tensão
ένταση στα πορτογαλικά »

Σχετικές λέξεις

ένταση ηλεκτρικού πεδίου, ένταση μαγνητικού πεδίου, ένταση ηλεκτρικού ρεύματος, ένταση ρεύματος, ένταση ήχου, ένταση ανέμου σε kt, ένταση ακτινοβολίας, ένταση σεισμού, ένταση συνώνυμο, ένταση ταινία