lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ένοχος

Λεξικό: αγγλικά ένοχος
Μεταφράσεις: criminal, culprit, delinquent, felon, lawbreaker, law-breaker, offender, outlaw, perpetrator, violator, wrongdoer, guilty, blameworthy, culpable, owe, owing, trespasser, vinous, winy
ένοχος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: delikvent, kriminální, pachatel, provinilec, trestní, trestný, trestuhodný, viník, zločinec, zločinný, vinný
ένοχος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geächtete, schuldiger, schwerverbrecher, verbrechen, verbrecher, schuld, schuldig, schuldhaft, straffällig, schuldige, täter
ένοχος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bor, forbryder, fredløs, kriminel, kriminelle, skyldig
ένοχος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: criminal, culpable, delincuente, malhechor, reo
ένοχος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: coupable, criminel, délinquant, malfaiteur, doit, redevable, bourgeon, cep, fautif, sarment, tartre, treille, vinaire, viticole
ένοχος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: criminale, criminoso, delinquente, delinquenziale, delittuoso, fuorilegge, malfattore, reo, colpevole, dare
ένοχος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bor, forbryter, kriminell, skyldig, skyldbevisst, gjerningsmann, lovovertreder, skyldner
ένοχος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: виновник, виновный, преступник, должен
ένοχος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bov, förbrytare, kriminell, skyldig
ένοχος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fajtor
ένοχος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: злачынец, віноўнік
ένοχος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kurjategija, lindprii
ένοχος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pahantekijä, syyllinen
ένοχος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kriminalan
ένοχος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: tettes, hibás
ένοχος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nusikaltėlis, kaltas
ένοχος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: criminal, culpado, culpasse, foragido, culpável
ένοχος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: páchateľ, vinník
ένοχος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бандит, злочинець, кривдник, обвинувачений, образник, паразити, порушник, правопорушник, стрілець, автор, винуватець, письменник
ένοχος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: przestępca, winien, winny, winowajca
ένοχος στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: виновник
ένοχος στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

ένοχος ένοχον ου ποιεί, ένοχος λαγός, ένοχος χωρίς αιτία, ένοχος goin through stixoi, ένοχος - goin ' through feat. ominus stixoi, ένοχος goin through lyrics, ένοχος σε ότι αγάπησα σε ότι σκότωσες στίχοι, ένοχος - going ' through feat. ominus, ένοχος goin ' through feat. ominus lyrics, ένοχος ο παπαγεωργόπουλος