lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έμφαση

Λεξικό: αγγλικά έμφαση
Μεταφράσεις: accent, drawl, emphasis, stress, press, pressure, underscore
έμφαση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: akcent, důraz, přízvuk, výslovnost, napětí, nápor, nátlak, nucení, stisk, tlak, útisk
έμφαση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: akzent, betonung, dialekt, mundart, emphase, nachdruck, druck, pressen
έμφαση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: accent, betoning, dialekt, eftertryk, tryk, brystning, fynd, påtrykke, presse, trykke
έμφαση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acento, dejo, dialecto, énfasis, apremio, empuje, presión
έμφαση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accélérer, accent, circonflexe, emphase, contrainte, insistance, pression
έμφαση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accento, enfasi, pressione
έμφαση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: accent, aksent, betoning, brytning, dialekt, ettertrykk, bryter, fynd, hovedvekt, påtrykk, press, trykk
έμφαση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: акцент, говор, диалект, ударение, напыщенность, эмфаза, давление, нажим, натиск
έμφαση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: accent, accenttecken, aksent, betoning, brytning, tonfall, tonvikt, bryter, fynd, påtryckning, press, tryck
έμφαση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: theks
έμφαση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: ударение, налягане
έμφαση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: акцэнт, націск
έμφαση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tunderõhk, rõhk
έμφαση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: korko, mahtipontisuus, paine
έμφαση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: naglasak, tlak
έμφαση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: akcentus, hangsúly, hangsúlyjel, nyomás, sajtó
έμφαση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: akcentas, dialektas, tartis, slėgis
έμφαση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acento, dedo, dialecto, ênfase, pressão
έμφαση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: accent
έμφαση στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: naglas
έμφαση στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акцент, бентежити, виразність, збентежити, збентежувати, наголос, наголошення, наголошування, тривога, тривожити, натиск, натискування, тиск
έμφαση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: akcent, emfaza, nacisk
έμφαση στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

έμφαση συνώνυμα, έμφαση στην καινοτομία, έμφαση λεξικό, έμφαση συνώνυμο, έμφαση ετυμολογία, έμφαση στην τέχνη, έμφαση στα αγγλικά, έμφαση ορισμός, φιλελεύθερη έμφαση, φροντιστήριο έμφαση