lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έμβολο

Λεξικό: αγγλικά έμβολο
Μεταφράσεις: cram, crowd, hustle, jam, piston, press, squash, throng
έμβολο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dav, mela, množství, nával, píst, sběh, tlačenice, zástup
έμβολο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: drang, gedränge, gewühl, kolben, menge, menschenmenge
έμβολο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: opløb, stempel
έμβολο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afluencia, apretura, aprieto, émbolo, muchedumbre, multitud, pistón
έμβολο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affluence, cohue, foule, fusil, piston, refouloir
έμβολο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: calca, folla, pistone, ressa, stantuffo, stuolo, turba
έμβολο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: mengde, pistong, stempel, trengsel
έμβολο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: давка, поршень, толпа
έμβολο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: pistong
έμβολο στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: бутало
έμβολο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kolb
έμβολο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hyörinä, mäntä, tungos
έμβολο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: gužva
έμβολο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dugattyú, tolongás
έμβολο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: daugybė, minia, stūmoklis
έμβολο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acervo, embolo, multidão, pilha, pistão
έμβολο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: piest
έμβολο στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: tłok
έμβολο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

έμβολο κινητήρα, έμβολο σημασια, υδραυλικό έμβολο, ηλεκτρικό έμβολο, μεγάλο έμβολο, μικρό έμβολο, καφετιέρα έμβολο