lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έλξη

Λεξικό: αγγλικά έλξη
Μεταφράσεις: attraction, diversion, excitement, liking, proclivity, train, allure, loveliness, lure, seduction, gravity, aptitude, aptness, bent, bias, disposition, inclination, inflexion, leaning, mind, penchant, predisposition, propensity, slope, tendency, trend, vein
έλξη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: atrakce, přitažlivost, kouzlo, náklonnost, půvab, sklon, vlak, záliba, návnada, pokušení, příjemnost, roztomilost, svádění, svedení, svod, vábení, vnadidlo, chuť, náchylnost, nálada, predispozice, rozmístění, spád, svah, uspořádání
έλξη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anziehung, anziehungskraft, attraktion, reiz, bahn, drang, eisenbahnzug, hang, neigung, zuführung, zug, anmut, scharm, verführung, erdanziehungskraft, abhang, anlage, leidenschaft, steigung, stimmung, tendenz, trend, trieb, veranlagung
έλξη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: tiltrækning, bane, dragning, godstog, hurtigtog, iltog, jernbanetog, karavane, tåg, tog, behag, dragningskraft, drift, hældning, hang, lyst, mode, skrænt, skråning, tendens, tilbøjelighed
έλξη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aliciente, atracción, afición, convoy, proclividad, tren, donaire, seducción, cuesta, declive, disposición, inclinación, predilección, propensión, tendencia
έλξη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attirance, attraction, clou, attrait, penchant, propension, tendance, train, agrément, aménité, appas, appât, charme, douceur, gentillesse, grâce, gracieuseté, ragoût, séduction, vénusté, agrégation, affection, appétit, disposition, inclination, pente, prédisposition, récidivité, vocation
έλξη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attrattiva, attrazione, fascino, treno, adescamento, allettamento, avvenenza, esca, richiamo, seduzione, gravità, declivio, genio, inclinazione, pendenza, pendice, predisposizione, tendenza, trend
έλξη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: attraksjon, bane, dragning, ekspress, godstog, hurtigtog, iltog, jernbanetog, karavane, tåg, tog, behag, bete, dragningskraft, sjarm, begivenhet, drift, hang, lyst, skråning, tendens, tilbøyelighet
έλξη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аттракцион, развлечение, поезд, тяготение, прелесть, наклон, наклонность, подверженность, склонность, тенденция
έλξη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: attraktion, bantåg, dragning, tåg, tog, behag, bete, bulvan, charm, dragningskraft, begivenhet, benägenhet, böjelse, förkärlek, håg, hang, lyst, påbrå, predestination, tendens
έλξη στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: атракцыён, поезд, нахіл
έλξη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: trauka, traukinys, kryptis, nuolydis, nuožulnumas, polinkis, šlaitas, tendencija
έλξη στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atracţie
έλξη στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: атракціон, привабливість, принада, притягнення, балакун, виховати, виховувати, готувати, може, поїзд, послідовність, потяг, травень, травневий, тренувати, апетит, безсилля, вена, відповідальність, диспозиція, жила, займатися, звичка, здатність, здібність, натура, нахил, нюх, підлягання, покликання, похилений, пристрасть, розміщення, розпорядження, складка, слабість, слабкість, смак, схильність, тенденція, частувати
έλξη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: atrakcja, pociąg, powab, przyciąganie, skłonność
έλξη στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: влак, наклон, тенденция
έλξη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: kalduvus, rong, treenima, sööt, kallak
έλξη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: houkutin, juna, viehätys, viehätysvoima, vetovoima, kallistuma, kaltevuus, rinne, taipumus, tendenssi
έλξη στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vonat, csáb, csábítás, csalétek, varázs, vonzás, intézkedés
έλξη στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: comboio, prolixidade, trem, seduzia, declive, disposição, dispositiva, encesta, encosta, inclinação, ladeira, rampa, tendência, vertente
έλξη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: vlak
έλξη στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: vlak, sklon
έλξη στα σλοβακική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: prirje
έλξη στα αλβανικά »

Σχετικές λέξεις

έλξη του αναφορικού, έλξη του αναφορικού ασκήσεις, έλξη του αναφορικού αρχαια, έλξη του πλούτου, έλξη χρημάτων, έλξη drs, έλξη μεταξύ γυναικών, έλξη συνώνυμο, έλξη τησ τύχησ, έλξη του γερουνδιακού