lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έλλειψη

Λεξικό: αγγλικά έλλειψη
Μεταφράσεις: absence, dearth, default, defect, deficiency, drawback, failing, famine, fault, imbalance, lack, lacking, paucity, privation, reject, scarcity, shilly-shally, shortage, shortcoming, sparseness, stringency, vice, want, deficit, shortfall, hardship, insufficiency, poorness, scantiness, scarceness
έλλειψη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chyba, defekt, deficit, hladomor, kaz, manko, nectnost, nedostatek, nepřítomnost, neřest, porucha, schodek, úbytek, vada, vina, zanedbání, závada, zbavení, ztráta, chybět, postrádat, scházet, vzácnost, nouze, potřeba
έλλειψη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: absenz, abwesenheit, defekt, defizit, entbehrung, fehlbetrag, fehlen, fehler, irrtum, knappheit, laster, mangel, mangelhaftigkeit, manko, nachteil, schnitzer, mangeln, vermissen, not
έλλειψη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: brist, defekt, deficit, fejl, fejltagelse, fravær, last, mangel, men, savn, skyld, underskud, fattes, mangle, mankere, sauna, savne, manko
έλλειψη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ausencia, carencia, carestía, culpa, defecto, deficiencia, déficit, descubierto, desperfecto, equivocación, error, escasez, fallo, falta, pobreza, privación, vicio, escasear, faltar, insuficiencia, mengua, penuria
έλλειψη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: carence, défaut, déficit, disette, inappétence, insuffisance, manque, mévente, vice, falloir, manquer, priver, rareté, besoin, dénuement, faute, mal-être, pénurie, privation
έλλειψη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assenza, carenza, carestia, colpa, deficit, difetto, errore, fallo, insufficienza, mancanza, penuria, sbaglio, scarsità, vizio, mancare, scarseggiare, rarità, bisogno, esigenza, stento
έλλειψη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avsaknad, brist, feil, fravær, glemsomhet, knapphet, last, mangel, men, sakna, saknad, savn, skyld, uenighet, villfarelse, fattas, fattes, feile, mangle, mankere, saknas, savne, tryta, manko, underskudd
έλλειψη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: дефицит, изъян, недостаток, недостача, нехватка, слабость, браковать, выбраковывать, недоставать, недостаточность, недочет, недочёт, бедность, необеспеченность
έλλειψη στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: avsaknad, brist, fel, frånvaro, knapphet, mangel, ont, sakna, saknad, saven, villfarelse, brista, fattas, saknas, tryta
έλλειψη στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mungesë, ves
έλλειψη στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: грешка
έλλειψη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: брак, нястача, бракаваць
έλλειψη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: defitsiit, eksitus, pahe, puudujääk, puudus, viga
έλλειψη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alijäämä, epäkohta, erehdys, hairahdus, haitta, kato, pahe, poissaolo, puute, tarve, puuttua
έλλειψη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: greška, mana, nedostajati, nestašica, porok
έλλειψη στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fogyatékosság, hiány, mulasztás, hiányozni, deficit
έλλειψη στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: defektas, deficitas, klaida, stoka, stygius, trūkumas
έλλειψη στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: afastamento, ausência, carência, culpa, defeito, erro, falha, falta, penúria, perversão, tacha, vicio, faltar
έλλειψη στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: defect, lipsă
έλλειψη στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аварія, бідність, брак, вада, ваду, вина, відлучка, відсутність, віце, голод, дефект, дефіцит, замість, заперечення, напруженість, невдача, невигода, недолік, недостача, неспроможність, нестаток, перешкода, порок, хиба, хибу, бракувати, вкидати, вкинути, закинути, засуджувати, засудити, засудіть, кидати, кидок, кинути, конфісковувати, метати, метнути, муляж, осуджувати, осудити, шина, дефіцитність, нестача, нестачу
έλλειψη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: brak, brakować, niedobór, niedostatek
έλλειψη στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nedostatok
έλλειψη στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

έλλειψη σιδήρου, έλλειψη ενζύμου g6pd, έλλειψη βιταμίνης d, έλλειψη συγκέντρωσης, έλλειψη μαγνησίου, έλλειψη συνώνυμα, έλλειψη β12, έλλειψη ενζύμου, έλλειψη τεστοστερόνης, έλλειψη αυξητικής ορμόνης