lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έλκω

Λεξικό: αγγλικά έλκω
Μεταφράσεις: attract, entail, involve, pull, tug, draw, sniff
έλκω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: obsahovat, přitahovat, přivábit, tahat, táhnout, vábit, vytáhnout, vytahovat, zahrnovat, zatáhnout, způsobit, čerpat, lákat, načerpat
έλκω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anziehen, bestreichen, reißen, reizen, ziehen, heranziehen
έλκω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hale, tiltrække, trække, trekke
έλκω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: arrastrar, atraer, magnetizar, tirar
έλκω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: attifer, attirer, comporter, entraîner, tirer, allécher, pomper, solliciter
έλκω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: adescare, allettare, attrarre, comportare, attirare, richiamare
έλκω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dra, draga, hale, tiltrekke, trekke, attrahert, påkalle
έλκω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: потягивать, притягивать, тянуть, привлекать
έλκω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: draga, ryck, rycka, ryckning, slita, attrahera, dra
έλκω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: tërheq
έλκω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: цягнуць, залучаць, уцягваць
έλκω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: veetlema
έλκω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: houkutella, kiskoa, vetää
έλκω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: vući
έλκω στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: masinti, traukti
έλκω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atrair, engodar, puxar, sacar, tirar, atraem
έλκω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atrage
έλκω στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pociągać, przyciągać
έλκω στα πολωνική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ангажувати, апеляція, вабити, виграш, займати, зайняти, залучати, замовити, замовляти, звернути, знаджувати, наймати, найміться, найняти, оскарження, приваблювати, привернути, привертати, притягати, притягніть
έλκω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

έλκω ή ελκύω, έλκω παραγωγα, έλκω ελκύω, ελκύω κλίση, έλκω αγγλικα, ελκύω συνώνυμα