lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έκρηξη

Λεξικό: αγγλικά έκρηξη
Μεταφράσεις: detonation, explosion, peal, report, blast, bang, beech, blare, boom, crash, drone, powerful, racket, roar, rumble, thunder, belch, blaze, burst, ebullition, effusion, eruption, fume, gush, gust, outbreak, outburst
έκρηξη στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: detonace, výbuch, hluk, hřmění, rachot, rámus, šum, třesk, třeskot, erupce, salva, vypuknutí, vyrážka, vzplanutí, záchvat
έκρηξη στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: detonation, explosion, donner, dröhnen, knall, ausbruch, eruption
έκρηξη στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: detonation, eksplosion, sprængning, dunder, pung, udbrud
έκρηξη στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: detonación, explosión, bombazo, estallido, estrépito, estruendo, trueno, erupción, salva, traquido, tronido
έκρηξη στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: détonation, explosion, bruissement, éclat, fracas, bourrasque, déchaînement, éclatement, éruption, fulmination, salve
έκρηξη στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: detonazione, scoppio, esplosione, fragore, rombo, scroscio, eruzione, salva
έκρηξη στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: eksplosjon, drønn, dunder, knall, pang, plaff, skrall, smell, erupsjon, frembrudd, utbrott, utbrudd
έκρηξη στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: взрыв, детонация, грохот, гул, залп, извержение
έκρηξη στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: взрив, експлозия
έκρηξη στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дэтанацыя, выбух, грохат, вывяржэнне, выкіданне, выкрыкванне
έκρηξη στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: plahvatus, purse
έκρηξη στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: räjähdys, jyminä, jyske, vihuri
έκρηξη στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: eksplozija
έκρηξη στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sprogimas, protrūkis
έκρηξη στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: výbuch, hluk
έκρηξη στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: детонація, агонія, виверження, галас, гамір, гомін, гук, зривши, приступ, шторм, шум, гаркавість, грюк, грюкати, грюкіт, грюкнути, гуркіт, загадка, зіткнення, зіткнутися, зруйнувати, зштовхнутися, зштовхуватися, катастрофа, крах, обрушитися, розбивати, розбити, роздільник, розділювач, руйнувати, стикатися, стукіт, сутичка, тріск, буря, вибух, викидання, виливання, випіт, виселення, відмова, відрижка, відхилення, пікнік, поїздка
έκρηξη στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: detonacja, eksplozja, huk, wybuch
έκρηξη στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: explosion, krevad, knall, pang, smäll, explodera, utbredd, utbrott
έκρηξη στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: robbanás, csattanás, dörrenés, durranás, puffanás, robaj, kitörés
έκρηξη στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estampido, explosão, detonariam, estrépito, fragor, estalido, salva, tranquilo
έκρηξη στα πορτογαλικά »

Σχετικές λέξεις

έκρηξη ηφαιστείου, έκρηξη βεζούβιου, έκρηξη στην τουγκούσκα, έκρηξη ονειροκρίτης, έκρηξη στην καλαμάτα, έκρηξη καλαμάτα, έκρηξη στη θεσσαλονίκη, έκρηξη στο δημαρχείο κερατσινίου, έκρηξη ηφαιστείου σαντορίνης 1950, έκρηξη στο χάρλεμ