lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έδαφος

Λεξικό: αγγλικά έδαφος
Μεταφράσεις: bed, bilge, bottom, bottoming, floor, ground, land, region, country, nation, southern, state, terrene, continent, landmass, overland, terrestrial, area, expanse, extent, premise, space, stretch, territory, tract, backbone, background, base, basic, basin, basis, essence, essentials, footing, foundation, framework, fundamental, grounding, groundwork, keystone, mainstay, pedestal, radix, root, stake, substratum, substructure, trail, bedrock, riprap, substrate, field, foreside, site, terrain, earth, dirt, earthiness, glebe, soil, world
έδαφος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dno, podklad, pozadí, půda, spodek, terén, území, zadnice, základ, zem, zemina, končina, kraj, krajina, oblast, region, země, vlast, kontinent, pevnina, statek, světadíl, pozemní, pozemský, zemský, mezera, objem, pásmo, plocha, prostor, prostranství, rozloha, rozpětí, rozsah, rozsáhlost, šíře, teritorium, velikost, zóna, báze, důvod, pata, podstata, podstavec, předpoklad, příčina, sokl, stopa, úpatí, základna, základy, zásada, pole, role, hlína, hrouda, lidé, lidstvo, národ, podlaha, pozemek, společnost, svět
έδαφος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arsch, boden, gelände, gesäß, grund, po, sohle, erdboden, erde, gebiet, gegend, land, landstrich, region, inland, staat, erdteil, festland, kontinent, festländisch, irdisch, terrestrisch, ausdehnung, bereich, fläche, raum, territorium, weichbild, weltraum, anhalt, base, basis, fuß, gestell, grundlage, grundlinie, grundzahl, prinzip, sockel, stützpunkt, untergeschoss, substrat, untergrund, unterlage, feld, terpentin, terrain, erdung, welt, fußboden
έδαφος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: buen, bund, grund, jord, egn, fange, land, lande, region, jordsmon, lægder, stat, fastland, kontinent, verdensdel, jordisk, areal, distrikt, felt, landområde, omfang, område, rum, rummet, bas, base, basis, fundament, grundlag, holdepunkt, underlag, mark, plan, jorden, fornuft, gulv, verden
έδαφος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: campo, culo, fondo, hondo, lecho, posaderas, suelo, terreno, tierra, trasero, aterrizar, desembarcar, nación, país, estado, continente, terrenal, terrestre, área, comarca, cuartel, esfera, espacio, extensión, región, territorio, terruño, zona, base, cimiento, fundamento, pedestal, principio, rudimento, soporte, substrato, subsuelo, campaña, causa, motivo, mundo, piso, razón
έδαφος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: derrière, enfonçure, fond, sol, terrain, contrée, pays, région, terre, bord, climat, patelin, continent, ferme, continental, terrestre, amplitude, champ, espace, étendue, surface, territoire, assise, base, embase, fondement, pied, piédestal, rama, socle, tréteau, sous-sol, substrat, substratum, fonds, glèbe, grunge, monde, pisé, plancher, raison, remblai, terroir, tréfonds
έδαφος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fondale, fondello, fondo, pavimento, sfondo, suolo, terreno, campagna, contrada, paese, regione, terra, continente, terrestre, ampiezza, area, distesa, raggio, spazio, territorio, zona, base, fondamento, piedistallo, zoccolo, sottofondo, substrato, campo, gente, mondo, motivo, ragione
έδαφος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bakgrunn, bunn, grunn, egn, jordsmonn, land, lande, region, innland, lægder, stat, fastland, kontinent, jordisk, åker, areal, distrikt, felt, flateinnhold, landområde, omfang, område, strekning, trakt, vidd, bas, base, basis, fundament, grunnlag, hjemmel, holdepunkt, underlag, lende, plan, terreng, jordning, årsak, gulv, jord, jorden, mark, verden
έδαφος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: грунт, днище, дно, земля, ягодицы, почва, страна, территория, континент, материк, суша, земной, континентальный, сухопутный, космос, область, пространство, база, базис, основа, основание, первооснова, местность, заземление, пол
έδαφος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: botten, land, länder, stat, åker, areal, landområde, område, region, trakt, vidd, ytvidd, bas, basis, fundament, grund, underlag, plan, jordning, jord, jorden, mark
έδαφος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fund, tokë, hapësirë, krahinë, dysheme
έδαφος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: земя, почва, страна, държава, континент, орден, район, основание
έδαφος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адзаду, дно, идти, зямля, край, сухапутны, аснова, глеба, падстава, падлога
έδαφος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: maa, maapind, kallas, riik, piirkond, tühik, väli, maailm, muld, põrand
έδαφος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ala, maa, maaperä, perustus, pohja, taka-ala, maalaji, multa, paikka, tanner, maanosa, manner, järjestys, lahko, veljeskunta, maallinen, maa-alue, seutu, sija, tila, väli, alusta, jalusta, kanta, kivijalka, sokkeli, kenttä, järki, lattia, maatila
έδαφος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: teren, kopno, zemlja, kontinent, pokrajina, prostor, svemir, baza, osnova, pozadina, pod, razlog
έδαφος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fenék, legutolsó, talaj, ország, terület, vidék, belföld, kontinens, szárazföld, szárazföldi, tér, alap, bázis, lábazat, megalapozottság, szubsztrátum, terep, föld, földelés, padló
έδαφος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dugnas, dirva, kraštas, žemė, šalis, sausuma, kontinentas, žemynas, ordinas, rangas, rūšis, tvarka, erdvė, kosmosas, plotas, rajonas, regionas, sritis, teritorija, laukas, grindys
έδαφος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: campo, chão, fundo, serra, solo, terra, terreno, aterrar, desembarcar, país, região, estado, continente, arranjo, disposição, mandato, ordem, ordens, pedido, terrestre, área, comarca, esfera, espaço, território, base, causa, fundamento, pedestal, planta, suporte, urdidores, substrato, assoalho, motivo, mundo, pavimento, piso, soalho, sue-lo
έδαφος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: pământ, regiune, bază, podea
έδαφος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: днище, дно, єдиний, підошва, галузь, держава, клімат, країна, край, народ, нація, область, район, регіон, сільський, сфера, континент, материк, сухопутний, земля, космос, авторитет, база, базис, базовий, базувати, відання, влада, встановлення, вступ, гарантія, господарство, грант, ґрунт, заклад, засада, засновування, заснування, ініціація, корінь, льох, мотив, опора, основа, підвал, підвалина, підлога, підніжжя, підстава, підставу, підстилка, повноваження, поле, прикути, рахунок, розташовувати, розташовуватися, розташувати, розташуватися, сік, установа, установлення, фундамент, фундація, хребет, багно, бруд, суша, мергель, територія
έδαφος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dno, kraina, kraj, ląd, lądowy, obszar, podstawa, podłoże, teren, uziemienie, ziemia
έδαφος στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dežela, država, red, prostor, svet, tla
έδαφος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: poriadok, plocha, substrát, zem
έδαφος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

έδαφος στο ρώγο του, έδαφος και αειφόρος ανάπτυξη, έδαφος επε, έδαφος βρετανικού ινδικού ωκεανού, έδαφος ph, έδαφοσ συνώνυμα, έδαφοσ σαντορίνησ, έδαφος υπέδαφος, έδαφος ελλάδας, έδαφος του στόματος