lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έγκυρος

Λεξικό: αγγλικά έγκυρος
Μεταφράσεις: big, compelling, effective, good, grave, heavyweight, important, majored, material, momentous, ponderous, quintessential, serious, strong, swell, valid, vital, weighty, fit, hale, healthful, healthy, husky, robust, salubrious, salutary, sound, upstanding, virile, wholesome
έγκυρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dospělý, důležitý, hluboký, hodný, opravdový, platný, podstatný, pravoplatný, právoplatný, silně, silný, těžký, vážný, veliký, velký, významný, zdravý, značný, blahodárný, důkladný, hřmotný, pevný, svěží, zdatný
έγκυρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ernst, ernsthaft, gültig, rechtsgültig, schwer, vollgültig, wesentlich, wichtig, bekömmlich, gesund, heil, kräftig, robust, stark, wohl
έγκυρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: adskillig, alvorlig, anselig, graverende, gyldig, holdbar, stor, vigtig, viske, fast, frisk, karsk, kry, rask, robust, sund
έγκυρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: apreciable, grave, importante, serio, valido, válido, bueno, católico, fuerte, robusto, salubre, saludable, sano, sólido, tieso
έγκυρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brûlage, considérable, grand, grave, gros, important, majeur, sérieux, valable, valide, frais, refait, robuste, sain, salubre, solide
έγκυρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: capitale, grande, grave, grosso, importante, rilevante, serio, valevole, valido, vistoso, gagliardo, robusto, salubre, salutare, sano
έγκυρος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aktuell, alvorlig, anselig, atskillig, betraktelig, graverende, gyldig, holdbar, høytstående, stor, tungtveiende, vektig, vike, viktig, bra, frisk, karsk, kry, robust, sterk, sund, sunn
έγκυρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: важен, важный, действительный, значительный, уважителен, уважительный, здоровый, здрав, здравый, крепкий, целителен, целительный
έγκυρος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aktuell, allvarsam, angelägen, betydande, gällande, giltig, holkbar, viktig, bra, frisk, hälsosam, karsk, kry, robust, sund, sunne
έγκυρος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: важен, важно, голям
έγκυρος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: важны, паважны, вялікі, дужы, здаровы, моцны
έγκυρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tõsine
έγκυρος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: käypä, kelpaava, kelpo, merkityksellinen, pätevä, suuri, tärkeä, törkeä, totinen, vakava, luja, roteva, tanakka, tukeva, vahva
έγκυρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: važan, čvrst, snažan, zdrav
έγκυρος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érvényes, fontos, jelentős, nagy, nyomatékos, egészséges
έγκυρος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: rimtas
έγκυρος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: categorizado, grave, importante, relevante, sério, sisudo, ufano, válido, valioso, boa, bom, forte, rijo, salubre, sano, são, saudável, sólido, vigoroso
έγκυρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: serios
έγκυρος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: багатозначний, ваговитий, вагомий, важливий, важний, великий, визначний, виразний, відповідальний, відповідати, гарцювання, завдаток, запорука, знаменний, значний, істотний, могила, навмисний, надійний, одутлий, педантичний, поважний, повчальний, порука, реальний, серйозний, сумний, суттєвий, умисний, урочистий, фатальний, цілеспрямований, цільовий, чималий, благотворний, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, вірний, вірно, вміти, гарний, гігієнічний, гідний, ґрунтовний, дужий, звук, звучати, здатний, здібний, здоровий, змогти, зовсім, корисний, міцний, могти, може, направо, охайний, підстрибування, підходити, повністю, правий, правильний, правильно, право, придатний, припадок, процвітання, прямий, прямо, сильний, справедливий, справедливо, справний, спроможний, стійкий, стоячий, твердий, умілий, цілющий
έγκυρος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ważny, zdrowy
έγκυρος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

έγκυρος συνώνυμο, έγκυρος ονειροκρίτης, έγκυρος αφμ, έγκυρος english, έγκαιρος αγγλικά, έγκυος στα αγγλικά, έγκαιρος βικιλεξικο