lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έγκριση

Λεξικό: αγγλικά έγκριση
Μεταφράσεις: adhesion, applause, approbation, approval, praise, tumbler, accolade, citation, commendation, encomium, eulogy, acclaim, acknowledgement, acknowledgment, allowance, appreciation, credit, discretion, establish, recognition, acceptance, accord, accordance, acquiescence, agreement, alignment, assent, assenting, coherence, coherency, compliance, concert, concord, concurrence, conformance, conformity, connivance, consensus, consent, consonance, deal, dispensation, go-ahead, harmony, keeping, okay, permission, protection, reconcilement, reconciliation, unison, willingness
έγκριση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aprobace, schválení, souhlas, uznání, chvála, chvalozpěv, citace, citát, citování, obsílka, pochvala, potlesk, předvolání, velebení, vychvalování, potvrzení, poznání, přijetí, průzkum, svolení, vděčnost, akord, dohoda, dorozumění, dovolení, povolení, přivolení, shoda, smír, smlouva, soulad, souznění, svornost, ujednání, úmluva
έγκριση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: approbation, billigung, genehmigung, anführung, applaus, beifall, belobigung, belobung, lob, vorladung, zitat, anerkennung, belieben, erkennung, ermessen, gutdünken, abkommen, absprache, einig, einigung, einklang, eintracht, einverständnis, harmonie, jawort, konsens, übereinstimmung, vereinbarung, vertrag, zuruf, zusammenhang, zustimmung
έγκριση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bifald, godkendelse, tilslutning, applaus, berøm, lov, pris, ros, behag, aftale, akkord, enighed, harmoni, ja, kontrakt, medgivende, overenskomst, overensstemmelse, samklang, samtykke
έγκριση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aprobación, beneplácito, alabanza, aplauso, apología, cita, citación, elogio, encomio, acogida, admisión, reconocimiento, acorde, acuerdo, armonía, arreglo, asenso, asentimiento, concordia, conforme, consenso, consentimiento, consorcio, pacto
έγκριση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: agrément, approbation, apologie, applaudissement, citation, compliment, éloge, louange, adoption, assentiment, confirmation, légitimation, récognition, reconnaissance, accord, acquiescement, adhésion, agréage, conciliation, concorde, consensus, consentement, convention, entendu, entente, esprit, harmonie, intelligence, paix, tope
έγκριση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ammissione, approvazione, consenso, applauso, citazione, distinzione, elogio, encomio, lode, ammirazione, riconoscimento, accordo, armonia, assenso, beneplacito, benestare, concordia, convenzione, promessa
έγκριση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bifall, godkjennelse, godkjenning, tilslutning, anerkjennelse, applaus, berøm, lov, pris, prisa, ros, behag, betraktning, erkjennelse, gjenkjennelse, avtale, enighet, forlik, harmoni, ja, koherens, medgivande, overenskomst, samklang, samtykke
έγκριση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: апробация, одобрение, восхваление, похвала, цитата, признание, согласие, усмотрение, консенсус, лад, ладно, соглашение, соответствие, уговор
έγκριση στα ρωσικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: одобрение, похвала, цитат
έγκριση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адабрэнне, пахвала, прызнанне
έγκριση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: heakskiit, aplaus, kokkulepe, kooskõla, leping, üksmeel
έγκριση στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: helyeslés, dicséret, idézés, idézet, belátás, elismerés, köszönetnyilvánítás, beleegyezés, egyetértés, egyezés, egyezmény, harmónia
έγκριση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aplauso, aprovação, beneplácito, elogio, aproariam, cita, citação, louvor, prestigio, reconhecimento, acorde, acordo, ajuste, arménia, conforme, conformidade, consenso, consentimento, consonância, convenção, harmonia, pacto
έγκριση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: schválenie, chvála, súhlas
έγκριση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акцепт, аплодисменти, апробація, визнавати, визнання, визнати, впізнавати, згода, зізнання, оплески, підтвердження, признавати, признати, приймання, прийняття, прийом, розпізнавання, розпізнайтеся, схвалення, похвала, цитата, вступ, вхід, допущення, доступ, заклад, запорука, застава, освідчення, признання, припущення, розписка, сповідь, акордний, відповідність, гармонія, дзвін, дзвонити, договір, дозвіл, домовленість, єднання, єдність, збіг, згоду, злагода, злагоду, консенсус, погодженість, порозуміння, розуміння, союз, співзвуччя, спілка, спільність, угода, узгодженість, унісон
έγκριση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aprobata, pochwała, uznanie, zgoda
έγκριση στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beröm, bifall, prisa, ros, acklamation, behag, betraktning, erkännande, ackord, enlighet, harmoni, koherens, medgivande, överenskommelse, samförstånd, sämja, samklang, samtycke
έγκριση στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kättentaputus, lainaus, muistopuhe, sitaatti, ylistys, hyväksyminen, harmonia, lupa, sopimus, sopu, sovinto, suostumus
έγκριση στα φινλανδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pranoj
έγκριση στα αλβανικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pristanak, suglasnost
έγκριση στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: darnumas, harmonija, santarvė, susitarimas, sutartis
έγκριση στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: acord, înţelegere
έγκριση στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, έγκριση περιβαλλοντικών όρων, έγκριση δόμησης, έγκριση επέμβασης σε δασική έκταση, έγκριση δαπάνης, έγκριση ειδικής οικολογικής αξιολόγησης, έγκριση συνώνυμα, έγκριση αρχαιολογίας για οικοδομές, έγκριση της επιτροπής της πυσ 33/2006 για τη διενέργεια μετατάξεων, έγκριση δαπάνης για τη πληρωμή εκπαιδευτών