lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: έγγραφο

Λεξικό: αγγλικά έγγραφο
Μεταφράσεις: act, certificate, doc, document, letter, voucher, writing
έγγραφο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: akt, čin, dějství, doklad, dokument, fungovat, hrát, jednání, konání, list, listina, průkaz, sehrát, skutek, tiket, úkon, vysvědčení
έγγραφο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: akte, aktenstück, ausweis, dokument, papier, unterlage, urkunde
έγγραφο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: akt, aktstykke, bedrift, dåd, dokument, gerning, handling
έγγραφο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acta, actuar, cédula, documento, escritura, papel, representar
έγγραφο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acte, charte, diplôme, document, instrument, jouer, papier, titre
έγγραφο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: atto, documento
έγγραφο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: akt, aktstykke, dokument, handling
έγγραφο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: документ
έγγραφο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: akt, aktstycke, belägg, certifikat, dokument, handling, urkund
έγγραφο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: akt, dokument, luaj
έγγραφο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: документ
έγγραφο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дакумент
έγγραφο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: arvopaperi, asiakirja, asiapaperi, diplomi, dokumentti
έγγραφο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dokument
έγγραφο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: dokumentum, felvonás, irat
έγγραφο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: dokumentas
έγγραφο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: actuar, cédula, documento, escritura, representar, tramite
έγγραφο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: igrati
έγγραφο στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dokument
έγγραφο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: асигнація, банкнота, вексель, документ, законопроект, позов
έγγραφο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dokument
έγγραφο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

έγγραφο μη τιμολογηθέντων αποθεμάτων, έγγραφο καταγγελίας σύμβασης εργασίας, έγγραφο καταγγελίας σύμβασης εργασίας ή βεβαίωση λήξης σύμβασης ορισμένου χρόνου, έγγραφο πιστοποίησης μόνιμης διαμονής πολίτη ε.ε, έγγραφο μη τιμολογηθέντων αποθεμάτων υποδειγμα, έγγραφο τεκμηρίωσης καθεστώτος φπα, έγγραφο α21, έγγραφο παραίτησης, έγγραφο υπουργείου παιδείας, έγγραφο προδιαγραφήσ απαιτήσεων λογισμικού