lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άσπλαχνος

Λεξικό: αγγλικά άσπλαχνος
Μεταφράσεις: cold-blooded, merciless, pitiless, remorseless, ruthless, unmerciful, unrelenting, absolute, actual, despotic, hardboiled, hard-boiled, hardhearted, hard-hearted, imperative, inconsiderate, irrespective, relentless, rigid, severe, strict, tough, unqualified, unquestioning, unreserved
άσπλαχνος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bezcitný, krutý, nelítostný, nemilosrdný, neúprosný, absolutistický, absolutní, bezpodmínečný, kategorický, naprostý, neomezený, svrchovaný, úplný
άσπλαχνος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erbarmungslos, gnadenlos, unbarmherzig, unentwickelt, unerbittlich, absolut, rücksichtslos, schonungslos, unbedingt, völlig
άσπλαχνος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: nådeløs, ubarmhjertig, absolut, hensynsløs, ren
άσπλαχνος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cruel, despiadado, inclemente, inexorable, absoluto, completo, duro, incondicional
άσπλαχνος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cruel, féroce, impitoyable, inexorable, maupiteux, absolu, pètesec
άσπλαχνος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: inesorabile, spietato, assoluto, intero
άσπλαχνος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: nådeløs, ubarmhjertig, absolutt, hensynsløs, ren
άσπλαχνος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: безжалостен, безжалостный, беспощаден, беспощадный, жестокосердный, суровый
άσπλαχνος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hänsynslös, absolut, ren, skoningslös
άσπλαχνος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бязлітасны, суравы, суровы
άσπλαχνος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: armoton, säälimätön, absoluuttinen, ehdoton
άσπλαχνος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: irgalmatlan, kérlelhetetlen, abszolút
άσπλαχνος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cruel, inumano, absoluto, ajusto, austero, completo, duro, inclemente, severo
άσπλαχνος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nemilosrdný
άσπλαχνος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безжалісний, безжальний, безпощадний, брутальний, жахливий, жорстокий, завзятий, невблаганний, непохитний, несхитний, нещадний, похмурий, щедрий, важкий, грубий, жорсткий, кременистий, масивний, міцний, неввічливий, негнучкий, неґречний, незакінчений, необроблений, неприємний, нерівний, нерухомий, нечемний, пошерхлий, різкий, сталевий, стійкий, суворий, твердий, терпкий, тяжкий, шерехатий, шерхлий, шершавий, шорсткий
άσπλαχνος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bezlitosny, bezwzględny
άσπλαχνος στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: absoluutne
άσπλαχνος στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: absoliutus, visiškas
άσπλαχνος στα λιθουανική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: absolut
άσπλαχνος στα ρουμανική »