lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άρωμα

Λεξικό: αγγλικά άρωμα
Μεταφράσεις: aroma, fragrance, odour, savour, scent, zest, perfume, sickly, smell
άρωμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aróma, pach, parfém, voňavka, vůně, zápach, příchuť
άρωμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aroma, geruch, wohlgeruch, duft, parfüm
άρωμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aroma, duft, lugt, parfume, lukt
άρωμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aroma, fragancia, olor, perfume, viento
άρωμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: arôme, odeur, parfum, senteur, cassolette, fumet, gousset, puanteur, saveur
άρωμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: aroma, odore, profumo, puzzo
άρωμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aroma, duft, eim, lukt, teft
άρωμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аромат, благоухание, запах, вонь
άρωμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arom, parfym, lukt, doft
άρωμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: aromë, erë, parfum
άρωμα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: аромат, мирис
άρωμα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: духмянасць, вон, смурод, пах
άρωμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aroom, lõhnaõli, lõhn
άρωμα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: haju, katku, lemu, tuoksu, hajuaine, hajuvesi, parfyymi
άρωμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: miris, parfem, smrad
άρωμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: aroma, illat, szag, illatszer, parfüm
άρωμα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aromatas, kvapas, kvepalai
άρωμα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aroma, bolor, cheiro, fragrância, odor, perfume
άρωμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aromă
άρωμα στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аромат, букет, смак, суттєвість, суть, запах, геть, он, смердота, сморід, вітер, завести, заводити, коліна, пахощі, пола, раунд, хлебтати
άρωμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: aromat, perfumy, woń, zapach
άρωμα στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zápach, vôňa
άρωμα στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

άρωμα γυναίκας, άρωμα δρυός, άρωμα ελλάδας, άρωμα σμύρνης, άρωμα βανίλιας, άρωμα γυναίκασ τανγκό, άρωμα νέα σμύρνη, άρωμα ανατολής, άρωμα πηλίου, άρωμα γης