lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άρρωστος

Λεξικό: αγγλικά άρρωστος
Μεταφράσεις: afflicted, bad, bedridden, bed-ridden, diseased, ill, ill-tempered, infirm, insane, invalid, liverish, sick, sore, unhealthy, unwell
άρρωστος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bolest, chorobný, churavý, mdlý, neduživý, nemoc, nemocen, nemocný, nezdravý, pomatený, špatně, trpící, zle, zlo, zlý
άρρωστος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: krank, schlecht, übel, weh
άρρωστος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dårlig, ilde, ond, slet, syg, usund
άρρωστος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: dolorido, enfermo, malo, malsano
άρρωστος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: atteint, égrotant, fade, fatigué, gâteux, infirme, mal, malachite, malade, malsain, pleurétique, pneumonique, souffrant
άρρωστος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ammalato, infermo, malato, male, malsano
άρρωστος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: avfeldig, dårlig, sjaber, sjuk, syk, usunn
άρρωστος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: болезнь, болен, больной, вредный, нездоровый, немощный, хворый
άρρωστος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dårlig, elak, sjaber, sjuk
άρρωστος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: keq
άρρωστος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: балючы, хворы
άρρωστος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: haige
άρρωστος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kipeä, paha, sairas
άρρωστος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bol
άρρωστος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beteg, fájdalmas
άρρωστος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: doente, dolorido, enfermo, frágil, mal, paralítico, ruim
άρρωστος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: bolan, slab, zlo
άρρωστος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: інвалід, недійсний, нездоровий, непрацездатний, погано, хворий, хворій, хворобливий, хворої, хворою
άρρωστος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chory
άρρωστος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

άρρωστος ονειροκρίτης, άρρωστος ο μπουλάς, άρρωστος ετυμολογία, άρρωστος ο σαμαράς, άρρωστος ο πασχάλης τερζής, άρρωστος ο σάκης μπουλάς, άρρωστος σκύλος, άρρωστος ο φίλιππος συρίγος, άρρωστος καιρός - βασίλης παπακωνσταντίνου, άρρωστος καιρός