lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άπληστος

Λεξικό: αγγλικά άπληστος
Μεταφράσεις: avaricious, avid, covetous, greed, greedy, insatiable, rapacious, lascivious, lustful, ogle, acquisitive, grabber, grasping, ravenous, esurient, gluttonous, ravening, voracious, insatiate, lickerish
άπληστος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chamtivý, chtivý, dravý, dychtivý, hladový, hltavý, hrabivý, lačný, lakomý, lakotný, nenasytný, skoupý, žádostivý, žravý, chlípný, smyslný, hltavec, zištný, mlsný
άπληστος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: begehrlich, begierig, eigennützig, geizig, geldgierig, gierig, habgierig, habsüchtig, geil, lüstern, gewinnsüchtig, raffgierig, fressgierig, gefräßig, naschhaft, happig
άπληστος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: egennyttig, gerrig, grådig, grisk, nidsk, liderlig
άπληστος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: avariento, avaro, ávido, codicioso, insaciable, ganoso, lujurioso, miserable, glotón, goloso, tragón, voraz
άπληστος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affamé, assoiffé, avare, avide, cupide, glouton, rapace, rapiat, appétible, concupiscent, libidineux, lubrique, goulu, gourmand, vorace, friand
άπληστος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: avaro, avido, cupido, rapace, vorace, goloso, ghiotto
άπληστος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begjærlig, egennyttig, gjerrig, glupsk, grådig, grisk, nidsk, snål, sniken, liderlig
άπληστος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: алчен, алчный, алчущий, жаден, жадный, корыстен, корыстный, корыстолюбив, корыстолюбивый, скупой, стяжательный, сладострастный, сластолюбив, сластолюбивый, обжорливый, прожорлив, прожорливый, лакомый
άπληστος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: egennyttig, girig, grisk, njugg, snål, sniken, begärlig, liderlig, glupsk, grådis
άπληστος στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: прагавіты, прагны, сквапны, хцівы, пражэрлівы, прынадны, смачны, спакуслівы
άπληστος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ahmatti, ahnas, ahne, himokas, perso, saita
άπληστος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: škrt
άπληστος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fukar, kapzsi, mohó, pénzsóvár, torkos, falánk, nyalánk
άπληστος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: karštas
άπληστος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: avarento, avaro, ávido, cobiçoso, rapaz, sedento, sequioso, luxurioso, comilona, glotes, voraz
άπληστος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: avid, lacom
άπληστος στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: грабіжницький, жадібний, жадний, зажерливий, недостатній, ненажера, ненажерливий, пожадливий, свиноподібний, свинський, схоплення, ласий
άπληστος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chciwy, pożądliwy, zachłanny, żarłoczny, łakomy, łapczywy
άπληστος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

άπληστος αλγόριθμος, άπληστος πατέρας, άπληστος στα αγγλικά, άπληστος συνώνυμο, άπληστος ετυμολογία, άπληστος ορισμός, άπληστος αγγλικά