lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άντρας

Λεξικό: αγγλικά άντρας
Μεταφράσεις: bloke, chap, creature, fellow, guy, human, man, prodigy, simple
άντρας στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: chlap, člověk, humánní, lidský, manžel, muž, mužský, šašek
άντρας στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: besserwisser, einzelperson, individuum, mann, mannsbild, mensch, person
άντρας στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fyr, individ, mand, menneske, menneskelig
άντρας στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: hombre, humano, varón
άντρας στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: argus, entendeur, homme, humain, mec, nasilleur, opiomane
άντρας στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cristo, essere, umano, uomo
άντρας στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fyr, individ, mann, menneske, menneskelig
άντρας στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: парень, человек, человеческий
άντρας στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: individ, karl
άντρας στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: burrë, njeri
άντρας στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: мъж, човек, човешки
άντρας στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: муж, чалавек
άντρας στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: mees
άντρας στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ihminen, inhimillinen, mies
άντρας στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čovjek
άντρας στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ember, emberi
άντρας στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: vaikinas, vyras, vyriškis, vyrukas, žmogiškas
άντρας στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: homem, humano, varão
άντρας στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: bărbat
άντρας στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: moški
άντρας στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: muž
άντρας στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: аварія, акробат, ватажок, випадковість, виправити, виправитися, виправляти, виправлятися, вирівнювати, вирівнюватися, вирівняти, вирівнятися, вірний, вірно, джек, душа, ентузіаст, загальновідомість, зовсім, іноземець, каштановий, кількість, клопотун, людина, маклер, мінітмен, намет, направо, незнайомець, особа, пацюк, персонаж, повністю, понурий, пощастити, правий, правильний, правильно, право, прибулий, присяжний, прямий, прямо, птах, пташка, птиця, робітник, спекулянт, спеціаліст, справедливий, справедливо, темно-бордовий, тертушка, технік, успіх, хлопець, черпак, чоловік, чоло-століття, чудотворець, чужий, чужоземець, щастити
άντρας στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: człowiek
άντρας στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

άντρας υδροχόος, άντρας καρκίνος, άντρας ζυγός, άντρας ιχθύς, άντρας σκορπιός, άντρας που δεν εκάτεχε, άντρας κριός, άντρας αιγόκερως, άντρας τοξότης, άντρας παρθένος