lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: άνοστος

Λεξικό: αγγλικά άνοστος
Μεταφράσεις: airsickness, bland, blandness, cloying, insipid, nauseating, nauseous, queasy, sapless, sickly, soupy, toneless, vapid
άνοστος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: fádní, mdlý, nemastný, nudný, sladký
άνοστος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fad, fade, schal, stumpf
άνοστος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kvalm
άνοστος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desabrido, empalagoso, insípido, insulso, nauseabundo, pálido, soso
άνοστος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: douceâtre, fadasse, fade, insipide, terne
άνοστος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: insipido, insulso
άνοστος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: flau, kvalm
άνοστος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: безвкусный, приторный, тошнотворный, тошнотный, тошный
άνοστος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fadd, kvalm
άνοστος στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hengetön, laimea, lattea
άνοστος στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hánytató, íztelen
άνοστος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desabrido, insípido, nauseabundo, pálido
άνοστος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mdły
άνοστος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

άγνωστος συνωνυμα